Μια BMW X5 3.000cc που χρησιμοποιείται από ένα φαρμακείο. Ένα αυτοκίνητο leasing ενός λογιστικού γραφείου με πελάτες δεκάδες χιλιόμετρα μακριά. Αποδείξεις καυσίμων από πρατήρια που απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από 60 χιλιόμετρα και ένας φορολογικός έλεγχος που φτάνει μέχρι το Google Maps για να εξετάσει αν τα δηλωμένα δρομολόγια ή η κατανάλωση ενός οχήματος μπορούν πράγματι να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Φαινομενικά πρόκειται για διαφορετικές ιστορίες. Στην πραγματικότητα συναντώνται όλες στο ίδιο σημείο: στις αποφάσεις της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
Η ΔΕΔ είναι η υπηρεσία της ΑΑΔΕ που επανεξετάζει πράξεις επιβολής προστίμου της Φορολογικής Διοίκησης , όταν ο φορολογούμενος ασκεί ενδικοφανή προσφυγή, πριν προσφύγει στα διοικητικά δικαστήρια. Με απλά λόγια, εκεί μια πραγματική φορολογική διαφορά εξετάζεται ξανά με βάση τον νόμο, τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών και τα στοιχεία του συγκεκριμένου φακέλου.
Οι αποφάσεις της απασχολούν κυρίως λογιστές, φοροτεχνικούς και νομικούς. Στο τέλος της ημέρας όμως αφορούν τον επιχειρηματία. Γιατί μέσα σε αυτές μπορεί κανείς να δει τι συμβαίνει όταν ένας γενικός φορολογικός κανόνας συναντά την καθημερινότητα μιας πραγματικής επιχείρησης. Γι’ αυτό και η συστηματική μελέτη τους έχει ιδιαίτερη αξία στη συμβουλευτική επιχειρήσεων.
Η φράση «υπάρχει ΔΕΔ που το δέχθηκε» μπορεί να ακούγεται συχνά στη φορολογική πρακτική, κρύβει όμως μια παγίδα. Μια απόφαση αφορά συγκεκριμένο φορολογούμενο, συγκεκριμένη υπόθεση και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Δεν μετατρέπεται σε έναν γενικό κανόνα που εφαρμόζεται αυτομάτως σε κάθε επόμενη παρόμοια περίπτωση. Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της. Την κάνει περισσότερο ενδιαφέρουσα.
Γιατί η χρήσιμη ερώτηση δεν είναι μόνο «τι αποφάσισε η ΔΕΔ;», αλλά κυρίως «γιατί το αποφάσισε;».
Το 2023, για παράδειγμα, η ΔΕΔ εξέτασε την περίπτωση ενός φαρμακείου που είχε μια BMW X5 2.993 κυβικών. Ο φορολογικός έλεγχος είχε απορρίψει το 90% των αποσβέσεων του αυτοκινήτου, καθώς και το 90% των σχετικών δαπανών καυσίμων και συντήρησης.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στη μάρκα του αυτοκινήτου. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκε η πραγματικότητα πίσω από τη δαπάνη. Συνεκτιμήθηκαν η απόσταση της κατοικίας από το φαρμακείο, η θέση του καταστήματος σε κεντρικό σημείο της πόλης, οι συνθήκες στάθμευσης και το κατά πόσο από τα στοιχεία προέκυπτε ότι η επιχείρηση πραγματοποιούσε η ίδια μεταφορές φαρμάκων. Στην ίδια υπόθεση υπήρχε και ένα πολύ ταπεινότερο μεταφορικό μέσο: ένα ποδήλατο αξίας 300 ευρώ, για το οποίο έγινε δεκτή η έκπτωση του ΦΠΑ.
Η εύκολη ανάγνωση θα ήταν ότι «το ποδήλατο εκπίπτει και η BMW όχι». Η ανάγνωση πρέπει να είναι διαφορετική: ποια πραγματικά δεδομένα μπορούσε η επιχείρηση να συνδέσει με καθεμία από τις δύο δαπάνες;
Τρία χρόνια αργότερα, ένα αυτοκίνητο είχε διαφορετική φορολογική κατάληξη.
Η ΔΕΔ 2348/2026 εξέτασε δαπάνη 5.741,28 ευρώ για leasing αυτοκινήτου από ατομική επιχείρηση παροχής λογιστικών υπηρεσιών. Αυτή τη φορά η δαπάνη αναγνωρίστηκε.
Θα ήταν εύκολο να σταματήσουμε στο αποτέλεσμα και να κατασκευάσουμε έναν καινούργιο κανόνα: «το leasing αυτοκινήτου ενός λογιστικού γραφείου εκπίπτει». Μόνο που η απόφαση δεν λέει αυτό.
Στον συγκεκριμένο φάκελο υπήρχε πελατολόγιο κατανεμημένο σε διαφορετικές περιοχές, σημαντικές χιλιομετρικές αποστάσεις –σε αρκετές περιπτώσεις άνω των 50 χιλιομέτρων–, ανάγκη μετακίνησης προς τις εγκαταστάσεις των πελατών και οι ιδιαίτερες συνθήκες μιας νησιωτικής περιοχής.
Η κατηγορία της δαπάνης ήταν και πάλι ένα αυτοκίνητο. Τα πραγματικά περιστατικά όμως ήταν διαφορετικά.
Δύο επιχειρήσεις μπορεί επομένως να έχουν ακόμη και το ίδιο παραστατικό. Δεν σημαίνει ότι έχουν το ίδιο φορολογικό αποτύπωμα. Εδώ βρίσκεται ίσως το πρώτο σημαντικό μάθημα για τον επιχειρηματία και τον λογιστή που τον συμβουλεύει: η φορολογική αντιμετώπιση μιας δαπάνης δεν εξαρτάται μόνο από το πώς ονομάζεται. Σημασία έχει και η πραγματική οικονομική ιστορία που βρίσκεται πίσω της.
Σε άλλες αποφάσεις αυτή η ιστορία αρχίζει πλέον να μετριέται.
Στη ΔΕΔ 431/2024 εξετάστηκαν δαπάνες καυσίμων φορτηγού. Στην υπόθεση χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα πελάτη, δρομολόγια, το μικτό και ωφέλιμο βάρος του οχήματος και αποστάσεις μέσω Google Maps για τον προσδιορισμό της πραγματικής κατανάλωσης. Αν ένα φορτηγό πραγματοποίησε συγκεκριμένες διαδρομές, διένυσε συγκεκριμένα χιλιόμετρα και έχει συγκεκριμένα τεχνικά χαρακτηριστικά, τότε η ποσότητα καυσίμου που θα ήταν εύλογο να καταναλώσει δεν αποτελεί πλέον μόνο έναν ισχυρισμό. Μπορεί να υπολογιστεί.
Ο χάρτης μετατρέπεται σε φορολογικό δεδομένο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι μια άλλη υπόθεση του 2023. Ο έλεγχος εξέτασε 236 αποδείξεις λιανικής αγοράς καυσίμων για ένα λεωφορείο. Δεν περιορίστηκε στην ύπαρξη των αποδείξεων. Συνέκρινε ημερομηνίες, ώρες, πρατήρια, ποσότητες και τη χωρητικότητα της δεξαμενής.
Εκεί λοιπόν, προέκυψε ένα απλό πρόβλημα: σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονταν αγορές την ίδια ημέρα και ώρα από πρατήρια που απείχαν μεταξύ τους περισσότερο από 60 χιλιόμετρα. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις φορολογικού δικαίου για να αντιληφθεί κανείς το πρόβλημα. Ένα λεωφορείο δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε δύο σημεία που απέχουν 60 χιλιόμετρα. Σας θυμίζει κάτι;
Αυτές οι αποφάσεις δεν σημαίνουν φυσικά ότι τα παραστατικά έχασαν τη σημασία τους. Η πραγματική συναλλαγή, η ορθή καταχώριση και τα κατάλληλα δικαιολογητικά παραμένουν βασικές προϋποθέσεις για την έκπτωση μιας επιχειρηματικής δαπάνης. Δείχνουν όμως ότι το παραστατικό δεν λέει πάντοτε ολόκληρη την ιστορία.
Γιατί πραγματοποιήθηκε η δαπάνη; Πώς συνδέεται με τη δραστηριότητα; Είναι εύλογη σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης; Και, όταν αυτό απαιτηθεί, ποια πραγματικά στοιχεία μπορούν να υποστηρίξουν την εξήγηση του επιχειρηματία; Εδώ ακριβώς αλλάζει και η ποιότητα της συμβουλευτικής.
Ο επιχειρηματίας συνήθως θα ρωτήσει τον λογιστή του: «Μπορώ να το περάσω στα έξοδα;» Η σωστή απάντηση δεν βρίσκεται πάντοτε σε ένα «ναι» ή ένα «όχι». Μερικές φορές πρέπει να προηγηθούν άλλες ερωτήσεις: Γιατί το χρειάζεται η επιχείρηση; Πώς θα χρησιμοποιηθεί; Πώς συνδέεται με τη δραστηριότητά της; Είναι ανάλογο προς το μέγεθος και τις πραγματικές της ανάγκες; Και αν μετά από τρία χρόνια ένας φορολογικός ελεγκτής ζητήσει να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, τι θα υπάρχει στον φάκελο για να του το εξηγήσει;
Σε αυτό ακριβώς το σημείο οι αποφάσεις της ΔΕΔ μπορούν να μετατραπούν από υλικό φορολογικής έρευνας σε εργαλείο επιχειρηματικής συμβουλευτικής.
Ο λογιστής που μελετά πώς κρίθηκαν πραγματικές υποθέσεις μπορεί να αναγνωρίσει νωρίτερα τα αδύναμα σημεία μιας επιλογής, να επισημάνει τον φορολογικό κίνδυνο και να βοηθήσει τον επιχειρηματία να οργανώσει την απαραίτητη τεκμηρίωση πριν τη χρειαστεί.
Χρειάζεται όμως προσοχή και στην ανάγνωση των ίδιων των αποφάσεων. Μέσα σε μία ΔΕΔ συνυπάρχουν οι ισχυρισμοί του φορολογουμένου, οι διαπιστώσεις του ελέγχου, οι εφαρμοζόμενες διατάξεις και η τελική αξιολόγηση της Διεύθυνσης. Το γεγονός ότι μια πρόταση βρίσκεται μέσα στο κείμενο μιας απόφασης δεν σημαίνει ότι αποτελεί και κρίση της ΔΕΔ.
Το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο. Μια παλαιότερη απόφαση μπορεί να παραμένει εξαιρετικά χρήσιμη ως προς τη συλλογιστική της, ενώ η νομοθεσία ή η διοικητική πρακτική που ίσχυε όταν εκδόθηκε να έχει στο μεταξύ αλλάξει.
Γι’ αυτό το «υπάρχει ΔΕΔ που το δέχθηκε» δεν πρέπει να αποτελεί το τέλος της φορολογικής έρευνας. Συνήθως είναι η αρχή της.
Οι επιχειρήσεις, άλλωστε, αφήνουν σήμερα πίσω τους πολύ περισσότερα δεδομένα από ό,τι στο παρελθόν. Συναλλαγές, χρόνοι, διαδρομές, χιλιόμετρα, ηλεκτρονικές πληρωμές, πελατολόγια και ψηφιακές καταχωρίσεις σχηματίζουν σταδιακά ένα αποτύπωμα της πραγματικής οικονομικής τους λειτουργίας. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει εναντίον ενός ισχυρισμού. Μπορεί όμως να λειτουργήσει και υπέρ του. Για μια σωστά οργανωμένη επιχείρηση, τα δεδομένα δεν είναι μόνο εργαλεία ελέγχου. Μπορούν να είναι και εργαλεία απόδειξης.
Ίσως εκεί βρίσκεται και μια από τις σημαντικότερες μεταβολές στον ρόλο του σύγχρονου λογιστή. Δεν αρκεί πλέον μόνο να γνωρίζει τον φορολογικό κανόνα ή να καταγράφει σωστά αυτό που συνέβη. Χρειάζεται ολοένα περισσότερο να κατανοεί την πραγματική λειτουργία της επιχείρησης, να αναγνωρίζει εγκαίρως τον κίνδυνο και να συμβουλεύει τον επιχειρηματία για το πώς μια επιλογή μπορεί να υποστηριχθεί με πραγματικά στοιχεία.
* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.