ΛΟΓΙΣΤΗΣ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ
- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ
Γιατί οι έξυπνοι άνθρωποι παίρνουν κακές αποφάσεις
Ένας επιχειρηματίας εξετάζει την αγορά ενός επαγγελματικού ακινήτου. Ο πωλητής ζητά 500.000 ευρώ. Ύστερα από διαπραγμάτευση, η τιμή πέφτει στις 440.000. Ο αγοραστής φεύγει ικανοποιημένος. «Κέρδισα 60.000 ευρώ», σκέφτεται.Υπάρχει όμως μία ερώτηση που ίσως δεν έκανε ποτέ: άξιζε πράγματι το ακίνητο 440.000 ευρώ;Τα 500.000 ευρώ μπορεί να μην είχαν καμία σχέση με την πραγματική του αξία. Από τη στιγμή όμως που ακούστηκαν πρώτα, έγιναν το σημείο αναφοράς ολόκληρης της διαπραγμάτευσης.Κάπως έτσι λειτουργεί συχνά ο ανθρώπινος νους.Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι σημαντικές αποφάσεις μας είναι προϊόν ορθολογικής σκέψης. Στην πραγματικότητα, ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί διαρκώς νοητικές συντομεύσεις, τις λεγόμενες ευρετικές μεθόδους (heuristics), για να διαχειριστεί έναν κόσμο πολύ πιο σύνθετο από όσο μπορεί κάθε φορά να αναλύσει.Οι Amos Tversky και Daniel Kahneman (1974) έδειξαν πόσο χρήσιμες μπορούν να είναι αυτές οι συντομεύσεις, αλλά και πόσο συστηματικά μπορούν να στρέψουν την κρίση μας σε λάθος κατεύθυνση. Οι John S. Hammond, Ralph L. Keeney και Howard Raiffa, στο The Hidden Traps in Decision Making, που δημοσιεύθηκε στο Harvard Business Reviewτο 1998, παρουσίασαν οκτώ τέτοιες ψυχολογικές παγίδες.Και δεν αφορούν μόνο τους άπειρους ή τους απρόσεκτους. Αφορούν όλους μας.Η παγίδα της αγκύρωσης (Anchoring Trap)Η πρώτη πληροφορία που λαμβάνουμε μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη επιρροή σε όσα ακολουθούν.Τα 500.000 ευρώ του ακινήτου είναι μια τέτοια «άγκυρα». Το ίδιο μπορεί να είναι ο περσινός τζίρος στον νέο προϋπολογισμό, η πρώτη προσφορά ενός προμηθευτή ή η αρχική αποτίμηση μιας επιχείρησης.«Πέρυσι κάναμε 800.000 ευρώ τζίρο, άρα φέτος μπορούμε να φτάσουμε τις 900.000». Γιατί όμως τα 800.000 πρέπει να αποτελούν το σημείο εκκίνησης, αν έχουν αλλάξει η αγορά, οι τιμές ή ο ανταγωνισμός;Πώς προστατευόμαστε;Διαμορφώνουμε τη δική μας εκτίμηση πριν ακούσουμε των άλλων, εξετάζουμε διαφορετικά σημεία εκκίνησης και καθορίζουμε τα όριά μας πριν από μια διαπραγμάτευση. Η πρώτη τιμή δεν είναι απαραίτητα και η σωστή βάση συζήτησης.Η παγίδα της προσκόλλησης στην υφιστάμενη κατάσταση (Status-Quo Trap)«Έτσι το κάνουμε τόσα χρόνια».Ένας προμηθευτής μπορεί να μην είναι πλέον ανταγωνιστικός, ένα προϊόν να έχει πάψει να αποδίδει ή μια διαδικασία να μπορεί πλέον να αυτοματοποιηθεί. Η υπάρχουσα κατάσταση όμως διαθέτει ένα μεγάλο ψυχολογικό πλεονέκτημα: είναι ήδη εδώ.Η αλλαγή απαιτεί απόφαση, η απόφαση δημιουργεί ευθύνη και μαζί της την πιθανότητα να αποδειχθεί ότι κάναμε λάθος. Έτσι, η αδράνεια μπορεί να μοιάζει ασφαλής ακόμη και όταν δεν είναι οικονομικά ορθολογική.Πώς προστατευόμαστε;Ρωτάμε: «Αν ξεκινούσα σήμερα από το μηδέν, θα επέλεγα ξανά αυτή τη λύση;»Το status quo πρέπει να αξιολογείται ως μία ακόμη επιλογή — όχι ως η αυτονόητα σωστή.Η παγίδα του μη ανακτήσιμου κόστους (Sunk-Cost Trap)Μια επιχείρηση έχει επενδύσει 80.000 ευρώ σε ένα εγχείρημα που δεν αποδίδει και χρειάζονται άλλα 30.000 για να συνεχίσει.«Δεν γίνεται να σταματήσουμε τώρα. Έχουμε ήδη βάλει 80.000 ευρώ».Τα 80.000 ευρώ όμως έχουν ήδη δαπανηθεί. Δεν επιστρέφουν είτε συνεχίσουμε είτε σταματήσουμε. Είναι μη ανακτήσιμο κόστος (sunk cost).Η σωστή ερώτηση είναι: «Αν δεν είχαμε επενδύσει τίποτα μέχρι σήμερα, θα βάζαμε τώρα 30.000 ευρώ σε αυτή την επένδυση;»Η παγίδα γίνεται ακόμη ισχυρότερη όταν έχουμε επενδύσει όχι μόνο χρήματα αλλά και προσωπικό κύρος.Πώς προστατευόμαστε;Διαχωρίζουμε όσα έχουν ήδη δαπανηθεί από όσα αξίζει να επενδυθούν στο μέλλον και ζητάμε τη γνώμη ανθρώπων που δεν συμμετείχαν στην αρχική απόφαση.Μερικές φορές η διακοπή μιας επένδυσης δεν είναι αποτυχία. Είναι ο τρόπος να σταματήσει η αποτυχία να γίνεται ακριβότερη.Η παγίδα των επιβεβαιωτικών στοιχείων (Confirming-Evidence Trap)Ένας επιχειρηματίας σκέφτεται μια επένδυση και κατά βάθος έχει ήδη αποφασίσει ότι θέλει να προχωρήσει. Διαβάζει προσεκτικά την αισιόδοξη μελέτη, βρίσκει γρήγορα αδυναμίες στην απαισιόδοξη και συζητά με κάποιον που έκανε κάτι παρόμοιο και πέτυχε.Στο τέλος, «τα δεδομένα επιβεβαιώνουν την απόφαση».Ίσως όμως δεν αναζητούσε δεδομένα για να αποφασίσει, αλλά για να δικαιολογήσει αυτό που είχε ήδη αποφασίσει.Αυτό είναι το confirmation bias: η τάση να αναζητούμε και να αξιολογούμε ευνοϊκότερα πληροφορίες που συμφωνούν μαζί μας.Πώς προστατευόμαστε;Αναζητούμε ενεργά τα ισχυρότερα στοιχεία που μπορούν να μας διαψεύσουν και ζητάμε από κάποιον να λειτουργήσει πραγματικά ως δικηγόρος του διαβόλου. Ένας σύμβουλος που συμφωνεί πάντοτε μαζί μας δεν είναι απαραίτητα καλός σύμβουλος.Η παγίδα της πλαισίωσης (Framing Trap)«Η επένδυση έχει 80% πιθανότητα επιτυχίας».«Η επένδυση έχει 20% πιθανότητα αποτυχίας».Μαθηματικά, οι προτάσεις είναι ταυτόσημες. Ψυχολογικά, όχι.Η έρευνα των Daniel Kahneman και Amos Tversky, με κορυφαίο σταθμό την Prospect Theory (1979), έδειξε ότι δεν αντιμετωπίζουμε συμμετρικά τα κέρδη και τις ζημίες. Η στάση μας απέναντι στον κίνδυνο μπορεί να αλλάξει ανάλογα με τον τρόπο που παρουσιάζεται το ίδιο πρόβλημα.Πώς προστατευόμαστε;Αναδιατυπώνουμε το πρόβλημα. Εξετάζουμε την ίδια επιλογή ως πιθανότητα επιτυχίας και αποτυχίας, ως κέρδος και ως ζημία.Μερικές φορές δεν αλλάζουν τα δεδομένα. Αλλάζει η ιστορία που λέμε γύρω από αυτά.Οι παγίδες της πρόβλεψης υπό αβεβαιότηταΟι Hammond, Keeney και Raiffa (1998) διακρίνουν τρεις ακόμη παγίδες.Η παγίδα της υπερβολικής αυτοπεποίθησης (Overconfidence Trap)εμφανίζεται όταν θεωρούμε τις προβλέψεις μας ακριβέστερες από όσο πραγματικά είναι. Ένα business plan μπορεί να προβλέπει τζίρο 500.000 ευρώ. Το Excel θα υπολογίσει άψογα τον αριθμό που του δώσαμε, δεν μπορεί όμως να μας πει αν η αρχική παραδοχή ήταν λανθασμένη.Η παγίδα της υπερβολικής επιφυλακτικότητας (Prudence Trap)εμφανίζεται όταν διαδοχικά «περιθώρια ασφαλείας» καταλήγουν να παραμορφώνουν την αρχική εκτίμηση.Τέλος, η παγίδα της ευκολίας ανάκλησης (Recallability Trap)μάς κάνει να υπερεκτιμούμε γεγονότα που θυμόμαστε εύκολα επειδή είναι πρόσφατα, έντονα ή δραματικά. Μια πολυσυζητημένη επιχειρηματική αποτυχία μπορεί να μας κάνει να υπερεκτιμήσουμε τον κίνδυνο· μια εντυπωσιακή επιτυχία, να τον υποτιμήσουμε.Πώς προστατευόμαστε;Χρησιμοποιούμε εύρη και σενάρια αντί για μία μοναδική πρόβλεψη, διαχωρίζουμε την εκτίμηση από τα περιθώρια ασφαλείας και, όπου υπάρχουν δεδομένα, εμπιστευόμαστε περισσότερο τις πραγματικές συχνότητες και τα στατιστικά στοιχεία από την προσωπική εντύπωση.Η μεγαλύτερη παγίδα είναι η αλυσίδαΊσως το σημαντικότερο σημείο της ανάλυσης των Hammond, Keeney και Raiffa βρίσκεται στη σχέση μεταξύ αυτών των μηχανισμών.Οι παγίδες μπορούν να ενισχύσουν η μία την άλλη.Ένας επιχειρηματίας αγκυρώνεταισε μια αισιόδοξη πρόβλεψη. Αναζητά στοιχεία που την επιβεβαιώνουνκαι πραγματοποιεί την επένδυση. Όταν τα αποτελέσματα δεν είναι τα αναμενόμενα, συνεχίζει επειδή έχει ήδη επενδύσει σημαντικά κεφάλαια — sunk cost. Με τον χρόνο, η επιλογή μετατρέπεται στο νέο status quo, κάνοντας την αλλαγή ακόμη δυσκολότερη.Το αρχικό λάθος έχει γίνει μια αλυσίδα αποφάσεων που αλληλοδικαιολογούνται.Δεν μας λείπουν απαραίτητα τα δεδομένα. Σήμερα διαθέτουμε περισσότερα δεδομένα και εργαλεία ανάλυσης από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά επιχειρηματιών. Το πρόβλημα είναι ότι εκείνος που καλείται να τα αξιολογήσει είναι ταυτόχρονα και εκείνος του οποίου ο νους μπορεί να τα ερμηνεύσει επιλεκτικά.Γι’ αυτό οι καλύτερες αποφάσεις δεν απαιτούν μόνο περισσότερη πληροφορία. Απαιτούν διαδικασίες που μας αναγκάζουν να εξετάζουμε διαφορετικές εκδοχές, να αναζητούμε στοιχεία που μας διαψεύδουν, να διαχωρίζουμε το παρελθόν από το μέλλον και να αμφισβητούμε τις ίδιες μας τις παραδοχές.Γιατί τελικά το επικίνδυνο δεν είναι να κάνουμε ένα λάθος.Είναι να κατασκευάσουμε μια ολόκληρη λογική που θα μας πείσει να συνεχίσουμε να το κάνουμε.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.Πηγές:Hammond, J. S., Keeney, R. L. & Raiffa, H. (1998), The Hidden Traps in Decision Making, Harvard Business Review, September–October 1998.Tversky, A. & Kahneman, D. (1974), Judgment under Uncertainty: Heuristics and Biases, Science, Vol. 185, pp. 1124–1131.Kahneman, D. & Tversky, A. (1979), Prospect Theory: An Analysis of Decision under Risk, Econometrica, Vol. 47, pp. 263–291.
- 15 Οκτωβρίου 2026
- 0 Σχόλια
- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ
IRIS, χαρτζιλίκι και λοιπές μεταφορές
Τις τελευταίες ημέρες μια υπόθεση μόλις 700 ευρώ ήταν αρκετή για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Εφορία βάζει πλέον στο στόχαστρο ακόμη και το χαρτζιλίκι που ένας γονέας ή ένας παππούς στέλνει μέσω IRIS σε ένα παιδί ή εγγόνι. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική, πράγμα που ανάγκασε την ίδια την ΑΑΔΕ να παρέμβει δημόσια για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα.Το IRIS δεν δημιούργησε μια νέα φορολογική υποχρέωση αφού δεν υπάρχει «φόρος IRIS» και μια ηλεκτρονική μεταφορά χρημάτων δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε δωρεά επειδή πραγματοποιήθηκε από το κινητό μας.Το κρίσιμο ερώτημα είναι πολύ απλούστερο:Γιατί μεταφέρθηκαν τα χρήματα;Με αφορμή τα δημοσιεύματα και τις αναρτήσεις που ακολούθησαν, η ΑΑΔΕ εξέδωσε ειδική ενημέρωση για τη φορολογική μεταχείριση μεταφορών χρημάτων μεταξύ συγγενών και οικείων προσώπων.Η διατύπωσή της έχει ιδιαίτερη σημασία.Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, μεταφορές χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς, είτε μέσω IRIS είτε με άλλο τρόπο, δεν αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερου φορολογικού ενδιαφέροντος όταν πρόκειται για μικροποσά, εκτός εάν διαπιστώνεται συγκεκριμένο μοτίβο καταχρηστικής πρακτικής.Η Αρχή γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη για τα ποσά που καταβάλλονται από γονείς ή παππούδες προς παιδιά και εγγόνια για την κάλυψη μικροεξόδων τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά το χαρτζιλίκι.Αυτό ξεκαθαρίζει ένα σημαντικό μέρος της συζήτησης: δεν υπάρχει γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κάθε μικρή οικογενειακή μεταφορά μέσω IRIS αποτελεί φορολογητέα δωρεά.Χρειάζεται όμως προσοχή και προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η ΑΑΔΕ δεν θεσπίζει κάποιο «αφορολόγητο όριο χαρτζιλικιού», ούτε λέει ότι οποιαδήποτε μεταφορά βαφτιστεί χαρτζιλίκι βρίσκεται αυτομάτως εκτός φορολογικού ενδιαφέροντος. Διατηρεί ρητά την επιφύλαξη για περιπτώσεις καταχρηστικών πρακτικών.Τι συνέβη πραγματικά με τα 700 ευρώΑφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσε η απόφαση ΔΕΔ 1798/2026 και η περίπτωση φοιτήτριας από την Εύβοια, η οποία είχε λάβει συνολικά 700 ευρώ από τον παππού της.Εδώ όμως η ίδια η ΑΑΔΕ έδωσε μια κρίσιμη διευκρίνιση: ο φορολογικός έλεγχος δεν έγινε για το χαρτζιλίκι του παππού προς τη φοιτήτρια εγγονή, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση προέκυψε στο πλαίσιο ελέγχου ευρύτερου κύκλου προσώπων.Υπήρχαν επιπλέον δύο σημαντικά δεδομένα.Πρώτον, οι μεταφορές αφορούσαν το 2021 και χρονικό σημείο πριν από τη θέσπιση της σημερινής απαλλαγής των 800.000 ευρώ για τις σχετικές χρηματικές δωρεές της Α΄ κατηγορίας.Δεύτερον, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, ο φόρος που καταλογίστηκε βασίστηκε στην οικειοθελή δήλωση δωρεάς της ίδιας της ελεγχόμενης, η οποία δεν μπορούσε στη συνέχεια να ανακληθεί μέσω της ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της ΔΕΔ.Επομένως, η απόφαση ΔΕΔ 1798/2026 δεν μπορεί να μεταφραστεί στο: «Η Εφορία δύναται να φορολογήσει τα 700 ευρώ χαρτζιλίκι». Πρόκειται για μια συγκεκριμένη υπόθεση, με συγκεκριμένα πραγματικά και διαδικαστικά δεδομένα και αυτή η διαφορά είναι ουσιώδης.Η διάκριση που ανέδειξαν Γραβιάς και ΧριστόπουλοςΣτη δημόσια σφαίρα έχουν παρέμβει ήδη, μεταξύ άλλων, δύο εξαιρετικά έμπειροι φοροτεχνικοί , ο κ. Κωνσταντίνος Δημ. Γραβιάς και ο κ. Γιώργος Δ. Χριστόπουλος, επιχειρώντας να θέσουν το ζήτημα στη σωστή νομική και φορολογική του βάση.Ο κ. Γραβιάς ανέδειξε μια πλευρά που συχνά παραβλέπεται: αυτή του Αστικού Κώδικα. Η δωρεά προϋποθέτει παροχή χωρίς αντάλλαγμα από ελευθεριότητα. Οι γονείς, όμως, έχουν, ανάλογα με τις δυνατότητές τους και τις ανάγκες του τέκνου, υποχρέωση συνεισφοράς στη διατροφή, τη συντήρηση και την εκπαίδευσή του. Κατά συνέπεια, όταν ένας γονέας καλύπτει εύλογες καθημερινές ή εκπαιδευτικές ανάγκες του παιδιού του, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε αυτομάτως κάθε σχετική μεταφορά ως δωρεά.Ο κ. Χριστόπουλος, από την πλευρά του, ανέδειξε κυρίως τον κίνδυνο να μετατρέψουμε μια ειδική ελεγχόμενη υπόθεση σε γενικό φορολογικό κανόνα. Η απόφαση για τα 700 ευρώ αφορά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά του 2021 και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η ΑΑΔΕ αποφάσισε ξαφνικά να φορολογήσει το χαρτζιλίκι.Οι δύο προσεγγίσεις και η μεταγενέστερη δημόσια διευκρίνιση της ίδιας της ΑΑΔΕ συγκλίνουν τελικά σε ένα βασικό σημείο:Η ηλεκτρονική μεταφορά από μόνη της δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει φορολογικά τη συναλλαγή. Τα ίδια 100 ευρώ μπορεί να σημαίνουν πέντε διαφορετικά πράγματαΑς αφήσουμε για λίγο τη θεωρία και ας θέσουμε μερικά παραδείγματα:Ένας γονέας στέλνει 100 ευρώ στο παιδί του που σπουδάζει για τρόφιμα, μετακινήσεις και βιβλία.Ένας φίλος στέλνει 100 ευρώ σε άλλον φίλο επειδή εκείνος πλήρωσε έναν κοινό λογαριασμό, όπως πχ τον λογαριασμό σε ένα εστιατόριο.Ένας πελάτης στέλνει 100 ευρώ σε έναν επαγγελματία για υπηρεσία που έλαβε.Ένα πρόσωπο χαρίζει 100 ευρώ σε κάποιον χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς υποχρέωση επιστροφής.Και κάποιος μεταφέρει 100 ευρώ από έναν προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του σε έναν άλλο δικό του.Στην οθόνη του κινητού μπορεί και στις πέντε περιπτώσεις να εμφανίζεται ακριβώς το ίδιο:«Μεταφορά 100 €».Φορολογικά, όμως, μπορεί να έχουμε:οικογενειακή υποστήριξη,επιστροφή κοινής δαπάνης,επαγγελματικό έσοδο,δωρεά,μεταφορά ιδίων χρημάτων.Η τράπεζα καταγράφει τη μεταφορά. Η φορολογική αξιολόγηση αναζητά την αιτία. Πότε τελειώνει το χαρτζιλίκι και αρχίζει η δωρεά;Εδώ βρίσκεται ίσως το δυσκολότερο σημείο. Δεν υπάρχει νομοθετημένο ποσό που να ορίζει ότι μέχρι Χ ευρώ μια μεταφορά θεωρείται χαρτζιλίκι. Πιθανότατα δεν θα μπορούσε να υπάρχει ένα ενιαίο ποσό που να καλύπτει όλες τις οικογένειες και όλες τις περιστάσεις.Στην αξιολόγηση μπορεί να έχουν σημασία το ύψος και η συχνότητα των ποσών, ο πραγματικός σκοπός τους, οι ανάγκες του αποδέκτη, η οικονομική δυνατότητα του αποστολέα, η σχέση μεταξύ των προσώπων και συνολικά τα πραγματικά περιστατικά. Άλλο είναι ένας γονέας να στέλνει 100 ή 200 ευρώ στο παιδί του που σπουδάζει για τις καθημερινές του ανάγκες και άλλο να μεταφέρει 20.000 ευρώ για να αγοράσει το παιδί αυτοκίνητο.Στη δεύτερη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για πραγματική περιουσιακή παροχή χωρίς αντάλλαγμα και χωρίς υποχρέωση επιστροφής, περνάμε πλέον στο πεδίο της δωρεάς ή της γονικής παροχής. Για χρηματικές δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ προσώπων της Α΄ κατηγορίας ισχύει σήμερα, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου και με τον προβλεπόμενο τρόπο μεταφοράς μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ.Όταν υπάρχει πραγματική δωρεά ή γονική παροχή, πρέπει να ακολουθείται η προβλεπόμενη διαδικασία δήλωσης, ακόμη και όταν τελικά δεν προκύπτει φόρος.Αντίθετα, όταν πρόκειται πραγματικά για επιστροφή κοινού εξόδου ή για συνήθη κάλυψη οικογενειακών αναγκών, το πρώτο ερώτημα δεν είναι ποιο αφορολόγητο εφαρμόζεται. Το αρχικό ερώτημα είναι αν υπάρχει καν δωρεά.Η αιτιολογία βοηθά, αλλά δεν αλλάζει την πραγματικότηταΥπάρχει μια πολύ απλή πρακτική που αξίζει να ακολουθούμε. Στις ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων είναι χρήσιμο να χρησιμοποιούμε σαφή και κυρίως, αληθινή αιτιολογία:«έξοδα σπουδών»,«συμμετοχή ενοικίου»,«κοινός λογαριασμός»,«επιστροφή εξόδων».Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες λέξεις λειτουργούν ως κάποιο φορολογικό πιστοποιητικό. Εάν 500 ευρώ αποτελούν πραγματικά αμοιβή για μια επαγγελματική υπηρεσία, δεν παύουν να είναι έσοδο επειδή στην αιτιολογία γράψαμε «διάφορα» ή «φαγητό». Αντίστοιχα, μια πραγματική επιστροφή 20 ευρώ για έναν κοινό λογαριασμό δεν μετατρέπεται σε δωρεά επειδή πραγματοποιήθηκε μέσω IRIS.Η αιτιολογία βοηθά να τεκμηριωθεί η πραγματικότητα. Δεν μπορεί να τη δημιουργήσει ούτε να την αλλάξει. Αυτό που πραγματικά άλλαξε είναι το ψηφιακό αποτύπωμα. Ίσως τελικά εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της υπόθεσης.Πριν από μερικά χρόνια ο παππούς έδινε στο εγγόνι του 50 ευρώ στο χέρι. Σήμερα μπορεί να τα στέλνει σε λίγα δευτερόλεπτα μέσω IRIS. Το ίδιο ισχύει και για μια συναλλαγή μεταξύ φίλων που πληρώνουν τον λογαριασμό «ρεφενέ». Η οικονομική σχέση μπορεί να είναι ακριβώς η ίδια. Αυτό που άλλαξε είναι ότι πλέον η συναλλαγή αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα. Και όσο μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής οικονομικής μας ζωής περνά μέσα από ηλεκτρονικές συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα να εξηγούμε τι πραγματικά αντιπροσωπεύει μια χρηματική κίνηση. Αυτό δεν είναι λόγος πανικού. Είναι λόγος για μεγαλύτερη υπευθυνότητα.Πριν από μια μεταφορά χρημάτων, αρκεί να μπορούμε να απαντήσουμε καθαρά σε τρεις ερωτήσεις:Ποιος στέλνει τα χρήματα;Σε ποιον;Και κυρίως, για ποιον πραγματικό λόγο;Και να έχουμε τα τεκμήρια για να το αποδείξουμεΆρα δεν χρειάζεται ούτε πανικός ούτε όμως η ψευδαίσθηση ότι οι ηλεκτρονικές μεταφορές βρίσκονται έξω από το φορολογικό πλαίσιο. Το IRIS είναι το μέσο πραγματοποίησης των συναλλαγών, δεν αποτελεί από μόνο του αιτία ελέγχου. Οπότε , προσοχή και υπευθυνότητα στις συναλλαγές μας.Πηγή:https://www.taxheaven.gr/news/72633/mikroposa-poy-dinontai-mesw-iris-ws-xartziliki https://www.taxheaven.gr/news/74439/g-xristopoylos-h-ypooesh-twn-700-eyrw-kai-h-alhoeia-gia-tis-dwrees-se-paidia-kai-eggonia-h-diafora-metaxy-dwreas-kai-oikogeneiakhs-enisxyshs https://www.taxheaven.gr/news/74409/aade-enhmerwsh-gia-thn-forologikh-metaxeirish-metaforwn-xrhmatwn-metaxy-syggenwn-kai-oikeiwn-proswpwn* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.
- 08 Οκτωβρίου 2026
- 0 Σχόλια
- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ
Γιατί το νερό είναι φθηνότερο από τα διαμάντια;
Τι μπορεί να μας μάθει ένα από τα παλαιότερα παράδοξα της οικονομικής επιστήμης για την αξία, τις τιμές και τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζει ο καταναλωτής.Αν αύριο εξαφανίζονταν όλα τα διαμάντια από τον πλανήτη, η ζωή μας πιθανότατα θα συνεχιζόταν σχεδόν κανονικά. Αν όμως, εξαφανιζόταν το νερό, δεν θα υπήρχε ζωή. Παρόλα αυτα, ένα λίτρο νερό κοστίζει ελάχιστα, ενώ ένα μικρό διαμάντι μπορεί να κοστίζει χιλιάδες ευρώ. Πώς γίνεται κάτι απολύτως απαραίτητο να είναι τόσο φθηνό και κάτι που μπορούμε εύκολα να ζήσουμε χωρίς αυτό να είναι τόσο ακριβό;Το ερώτημα είναι παλιό. Είναι γνωστό ως «παράδοξο της αξίας» ή «παράδοξο νερού και διαμαντιών» και απασχόλησε τους οικονομολόγους πολύ πριν η οικονομική επιστήμη αποκτήσει τη σημερινή της μορφή. Η απάντησή του, όμως, δεν αφορά μόνο τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Κρύβει μέσα της ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα για κάθε επιχείρηση:άλλο το κόστος ενός προϊόντος, άλλο η τιμή του και άλλο η αξία που αντιλαμβάνεται ο πελάτης.Το πρώτο ποτήρι νερόΑς αφήσουμε για λίγο τα διαμάντια. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που περπατά για ώρες κάτω από τον ήλιο σε ένα νησί τονΑύγουστο.. Διψάει. Το πρώτο ποτήρι παγωμένο νερό έχει γι’ αυτόν τεράστια αξία. Το δεύτερο εξακολουθεί να είναι πολύτιμο, αλλά λίγο λιγότερο. Το τρίτο ακόμη λιγότερο. Στο πέμπτο πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται πλέον να πιει, ενώ στο δέκατο, αν επιμένουμε να του προσφέρουμε νερό, μάλλον θα μας ζητήσει να σταματήσουμε.Το νερό δεν άλλαξε. Ο άνθρωπος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι η αξία που έχει για εκείνον κάθε πρόσθετη μονάδα νερού.Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του νόμου της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Όσο περισσότερο διαθέτουμε ή καταναλώνουμε ένα αγαθό, τόσο μικρότερη τείνει να είναι η πρόσθετη ικανοποίηση που μας προσφέρει η επόμενη μονάδα του.Εδώ ακριβώς αρχίζει να λύνεται το παράδοξο. Το νερό έχει τεράστια συνολική χρησιμότητα. Επειδή όμως, υπό κανονικές συνθήκες, είναι σχετικά άφθονο, η αξία μιας ακόμη μονάδας του είναι μικρή. Τα διαμάντια, αντίθετα, έχουν πολύ μικρότερη πρακτική χρησιμότητα αλλά είναι σπάνια. Η απόκτηση μιας επιπλέον μονάδας τους μπορεί επομένως να έχει πολύ μεγαλύτερη οριακή αξία για εκείνον που τα επιθυμεί.Η αγορά δεν μας ρωτά πόσο σημαντικό είναι συνολικά το νερό για την ανθρωπότητα. Μας ρωτά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε για το επόμενο μπουκάλι.Η αξία λοιπόν δεν βρίσκεται πάνω στο προϊόν. Αυτό έχει μια σημαντική επιχειρηματική συνέπεια. Οι επιχειρήσεις συχνά αντιμετωπίζουν την τιμή σαν να αποτελεί ιδιότητα του προϊόντος.«Μου κοστίζει 70 ευρώ, θέλω περιθώριο 30%, άρα τόσο πρέπει να το πουλήσω».Ο υπολογισμός είναι απαραίτητος για να γνωρίζουμε αν μια δραστηριότητα είναι κερδοφόρα. Δεν μας λέει όμως πόσο αξίζει το προϊόν για τον πελάτη. Ο πελάτης δεν γνωρίζει –και συνήθως δεν ενδιαφέρεται– πόσο κόστισε στην επιχείρηση η παραγωγή του. Συγκρίνει αυτό που πρέπει να δώσει με αυτό που πιστεύει ότι θα πάρει, ωστόσο αυτή η αντιλαμβανόμενη αξία μπορεί να αλλάζει δραματικά.Ένα μπουκάλι νερό έχει μία αξία στο supermarket, διαφορετική στο minibar ενός ξενοδοχείου και εντελώς διαφορετική όταν κάποιος βρίσκεται σε μια παραλία με 38 βαθμούς και το πλησιέστερο κατάστημα απέχει δύο χιλιόμετρα. Το προϊόν παραμένει σχεδόν ίδιο. Η χρησιμότητά του για τον συγκεκριμένο καταναλωτή, τη συγκεκριμένη στιγμή, όχι. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η τιμολόγηση είναι πολύ περισσότερο από έναν λογιστικό υπολογισμό κόστους και περιθωρίου.Θα πλήρωνες 100 ευρώ για κάτι που πωλείται 70;Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε ένα προϊόν και πριν δούμε την τιμή του, έχουμε αποφασίσει ότι θα δίναμε μέχρι 100 ευρώ. Μπαίνουμε στο κατάστημα και κοστίζει 70. Το αγοράζουμε. Πληρώσαμε 70 ευρώ, αλλά στα δικά μας μάτια αποκτήσαμε αξία τουλάχιστον 100. Η διαφορά των 30 ευρώ είναι αυτό που στην οικονομική θεωρία ονομάζουμε πλεόνασμα του καταναλωτή.Εδώ η συζήτηση γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για μια επιχείρηση. Γιατί κάθε συναλλαγή αποτελεί, με έναν τρόπο, μια διαπραγμάτευση για το πώς θα μοιραστεί η αξία που δημιουργείται. Αν ο πελάτης ήταν πρόθυμος να πληρώσει 100 και η επιχείρηση χρεώνει 70, ένα σημαντικό μέρος αυτής της αξίας παραμένει στον καταναλωτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση πρέπει απλώς να αυξήσει την τιμή στα 99 ευρώ. Αν το κάνει, μπορεί να χάσει πελάτες, όγκο πωλήσεων, επαναλαμβανόμενες αγορές ή να αλλάξει τη θέση της απέναντι στον ανταγωνισμό. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα ερώτημα που πολλές επιχειρήσεις δεν κάνουν αρκετά συχνά:Γνωρίζουμε πραγματικά πόσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο πελάτης μας;«Δεν υπάρχει ένας «πελάτης»Εδώ βρίσκεται ακόμη μία παγίδα. Δεν έχουν όλοι οι καταναλωτές την ίδια προθυμία πληρωμής. Ο ίδιος καφές μπορεί να αξίζει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Το ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου μπορεί να φαίνεται ακριβό στα 180 ευρώ για έναν ταξιδιώτη και εξαιρετική ευκαιρία στα 250 για κάποιον άλλον. Ακόμη και ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να αποτιμήσει διαφορετικά το ίδιο προϊόν ανάλογα με τη στιγμή. Ένα διαθέσιμο δωμάτιο στις 11 το βράδυ, όταν η πτήση μας ακυρώθηκε, δεν έχει την ίδια χρησιμότητα με το ίδιο δωμάτιο όταν σχεδιάζουμε τις διακοπές μας έξι μήνες νωρίτερα. Εδώ συναντώνται η μικροοικονομική θεωρία με την πραγματική επιχειρηματική ζωή.Και εδώ αρχίζουν έννοιες όπως η τμηματοποίηση πελατών, η δυναμική τιμολόγηση, τα premium προϊόντα, τα πακέτα υπηρεσιών και η τιμολόγηση βάσει αξίας.Από τη θεωρία στα δεδομέναΤο πρόβλημα είναι ότι η προθυμία πληρωμής δεν εμφανίζεται σε κανένα τιμολόγιο. Ο πελάτης δεν μας λέει συνήθως: «Θα πλήρωνα μέχρι 240 ευρώ, αλλά ευχαριστώ που μου το πουλήσατε 180». Αφήνει όμως ίχνη. Στις αγορές του. Στη συχνότητα με την οποία επιστρέφει. Στο ποια προϊόντα επιλέγει μαζί. Στο αν αγοράζει όταν υπάρχει έκπτωση. Στο αν επιλέγει την ακριβότερη κατηγορία. Στο πότε εγκαταλείπει μια αγορά όταν αλλάζει η τιμή. Στο αν προτιμά ένα bundle από μεμονωμένες υπηρεσίες. Και αυτά τα ίχνη είναι δεδομένα.Για αυτό η ανάλυση δεδομένων δεν είναι απλώς ένας πιο σύγχρονος τρόπος να βλέπουμε τις πωλήσεις μας. Μπορεί να γίνει ένας τρόπος να κατανοήσουμε πώς αντιλαμβάνεται την αξία ο πελάτης μας.Μια επιχείρηση που γνωρίζει μόνο τον συνολικό τζίρο της ξέρει τι πούλησε. Μια επιχείρηση που αναλύει τα δεδομένα της μπορεί να αρχίσει να καταλαβαίνει γιατί το πούλησε, σε ποιον, πότε και σε ποια τιμή. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.Το μάθημα των διαμαντιώνΤο παράδοξο του νερού και των διαμαντιών μοιάζει αρχικά με ένα παίγνιο για φοιτητέες των οικονομικών σχολών. Στην πραγματικότητα μας θυμίζει κάτι πολύ σύγχρονο. Δεν αγοράζουμε προϊόντα ή υπηρεσίες μόνο για αυτό που είναι. Αγοράζουμε τη χρησιμότητα που πιστεύουμε ότι θα μας προσφέρουν, στη συγκεκριμένη στιγμή και στις συγκεκριμένες συνθήκες.Γί´αυτό δύο πανομοιότυπα προϊόντα μπορούν να έχουν διαφορετική αξία για δύο ανθρώπους – ή ακόμη και για τον ίδιο άνθρωπο σε δύο διαφορετικές στιγμές.Για τον επιχειρηματία, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο: «Πόσο μου κοστίζει αυτό που πουλάω;»Ούτε ακόμη:«Πόσο το πουλάει ο ανταγωνιστής;»Υπάρχει και ένα τρίτο:«Πόση αξία δημιουργώ πραγματικά για τον πελάτη μου και πόσο από αυτήν την αξία μπορώ να μετατρέψω σε έσοδο χωρίς να καταστρέψω τη σχέση που τη δημιούργησε;»Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα του νερού και των διαμαντιών. Η τιμή είναι ένας αριθμός. Το κόστος είναι ένας υπολογισμός. Η αξία όμως βρίσκεται στο μυαλό του ανθρώπου που καλείται να πληρώσει. Αυτή την αξία πρέπει να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.
- 01 Οκτωβρίου 2026
- 0 Σχόλια
- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ
Από το Στοίχημα του Πασκάλ και το MarshmallowTest στη δύσκολη τέχνη τού να θυσιάζεις κάτι βέβαιο σήμερα για κάτι καλύτερο , αλλά αβέβαιο , αύριοΈνα παιδί κάθεται μόνο του σε ένα δωμάτιο, έχοντας μπροστά του ένα marshmallow. Μπορεί να το φάει αμέσως ή να περιμένει και, όταν επιστρέψει ο ερευνητής, να πάρει δύο. Το περίφημο MarshmallowTest των WalterMischel, EbbeEbbesen και AntonetteZeiss (1972) έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πειράματα της ψυχολογίας και πέρασε στη δημόσια συζήτηση ως μια ιστορία για την αυτοπειθαρχία: εκείνος που μπορεί να θυσιάσει μια μικρή ικανοποίηση σήμερα θα ανταμειφθεί περισσότερο αύριο.Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι η συμπεριφορά του παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητά του να αντισταθεί στον πειρασμό. Οι Kidd, Palmeri και Aslin (2013) έδειξαν ότι επηρεάζεται σημαντικά από το κατά πόσο το περιβάλλον εμφανίζεται αξιόπιστο: αν το παιδί έχει λόγο να πιστεύει ότι ο ενήλικος θα τηρήσει την υπόσχεσή του, έχει περισσότερο λόγο να περιμένει. Αν όχι, το να φάει αυτό που βρίσκεται ήδη μπροστά του μπορεί να είναι μια απολύτως λογική απόφαση. Αργότερα, οι Watts, Duncan και Quan (2018) έδειξαν επίσης ότι η δημοφιλής σύνδεση του τεστ με τη μελλοντική επιτυχία αποδυναμώνεται σημαντικά όταν ληφθούν υπόψη οικογενειακοί, κοινωνικοοικονομικοί και γνωστικοί παράγοντες.Κάπου εδώ το πείραμα παύει να αφορά μόνο την αυτοπειθαρχία και αρχίζει να μοιάζει εντυπωσιακά με ένα οικονομικό πρόβλημα. Γιατί η αναβολή της ικανοποίησης δεν αποτελεί από μόνη της αρετή. Είναι μια απόφαση με κόστος, χρόνο, προσδοκώμενη ανταμοιβή και αβεβαιότητα. Με άλλα λόγια, είναι μια μικρή επένδυση.Τρεις αιώνες νωρίτερα, ο BlaisePascal είχε προσεγγίσει ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα με μια συγγενή λογική. Στο περίφημο Στοίχημα του Πασκάλ, δεν επιχείρησε να αποδείξει μαθηματικά ότι υπάρχει Θεός. Υποστήριξε ότι ο άνθρωπος είναι ούτως ή άλλως αναγκασμένος να «στοιχηματίσει»: είτε θα ζήσει σαν να υπάρχει Θεός είτε σαν να μην υπάρχει, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια εκδοχή είναι αληθινή. Αν όμως η πίστη αποδειχθεί σωστή, το δυνητικό όφελος —κατά τον Πασκάλ, η αιώνια σωτηρία— είναι απεριόριστο, ενώ αν αποδειχθεί λανθασμένη, η απώλεια είναι πεπερασμένη. Επομένως, ακόμη και χωρίς βεβαιότητα και ακόμη κι αν αποδώσουμε μικρή πιθανότητα στην ύπαρξη του Θεού, η τεράστια δυνητική ωφέλεια κάνει την πίστη, στη λογική του στοιχήματος, την ορθολογικότερη επιλογή.Η θεολογική ορθότητα του επιχειρήματος έχει συζητηθεί επί αιώνες και δεν μας απασχολεί εδώ. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η ιδέα που κρύβεται από πίσω: ο άνθρωπος πρέπει συχνά να αποφασίσει πριν μάθει τι πραγματικά θα συμβεί. Δεν μπορεί να περιμένει να εξαφανιστεί η αβεβαιότητα, γιατί ακόμη και η αναμονή είναι απόφαση. Πρέπει επομένως να εξετάσει πιθανότητες, κόστος και δυνητική ωφέλεια και να επιλέξει.Αυτό ακριβώς συμβαίνει καθημερινά και στις επιχειρήσεις.Μια επένδυση σε νέο εξοπλισμό, τεχνολογία, ανθρώπους, έρευνα, ένα καινούργιο προϊόν ή μια νέα αγορά απαιτεί πόρους σήμερα για ένα αποτέλεσμα που θα εμφανιστεί —αν εμφανιστεί— αργότερα. Το κόστος είναι πραγματικό και άμεσο. Το όφελος είναι μελλοντικό και αβέβαιο. Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή τα δύο δεν τα αποτιμούμε με τον ίδιο τρόπο.Στην οικονομική θεωρία αυτό μας οδηγεί στη διαχρονική επιλογή: στο πώς συγκρίνουμε κόστη και οφέλη που εμφανίζονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ένα ευρώ σήμερα δεν έχει την ίδια αξία με ένα ευρώ μετά από πέντε χρόνια. Υπάρχει ο χρόνος, ο κίνδυνος και το κόστος ευκαιρίας. Υπάρχει όμως και κάτι λιγότερο ορθολογικό: η ιδιαίτερη αδυναμία μας στο «τώρα».Η συμπεριφορική οικονομική την αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, μέσα από το hyperbolicdiscounting, την υπερβολική προεξόφληση του μέλλοντος. Αν κάποιος κληθεί να επιλέξει μεταξύ 100 ευρώ σήμερα και 120 ευρώ σε έναν χρόνο, μπορεί να προτιμήσει τα 100. Αν όμως η επιλογή γίνει μεταξύ 100 ευρώ σε πέντε χρόνια και 120 ευρώ σε έξι, είναι πιθανότερο να περιμένει. Η χρονική διαφορά παραμένει ακριβώς η ίδια — ένας χρόνος. Εκείνο που εξαφανίστηκε από τη δεύτερη επιλογή είναι η δύναμη του «σήμερα».Στις επιχειρήσεις το σήμερα έχει ισχυρή φωνή. Μπορεί όλοι να συμφωνούν ότι χρειάζονται επενδύσεις, νέες δεξιότητες, τεχνολογία, καινοτομία ή αλλαγή επιχειρηματικού μοντέλου. Όσο όμως αυτά συζητούνται σε μια αίθουσα συσκέψεων, αποτελούν στρατηγική. Όταν έρθει η στιγμή να δαπανηθούν πραγματικά τα χρήματα, να εγκαταλειφθεί μια κερδοφόρα δραστηριότητα ή να αφιερωθούν άνθρωποι και χρόνος σε κάτι που δεν αποδίδει ακόμη, μετατρέπονται σε κόστος. Το σημερινό κέρδος είναι ορατό. Η αυριανή ανταγωνιστικότητα όχι.Γι’ αυτό ίσως οι επιχειρήσεις , δεν επενδύουν λιγότερο από το αναγκαίο,επειδή δεν αντιλαμβάνονται τι έρχεται. Μερικές φορές επενδύουν λιγότερο ή καθόλου, επειδή το παρόν φωνάζει δυνατότερα από το μέλλον.Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν το υπάρχον μοντέλο συνεχίζει να παράγει χρήματα. Γιατί να εγκαταλείψεις κάτι που δουλεύει; Γιατί να θυσιάσεις μέρος της σημερινής κερδοφορίας για να χρηματοδοτήσεις κάτι που μπορεί να αποτύχει;Ο JamesMarch (1991) περιέγραψε αυτή την ένταση μέσα από τη διάκριση μεταξύ exploitation και exploration. Από τη μία βρίσκεται η καλύτερη αξιοποίηση όσων ήδη γνωρίζει και κάνει καλά μια επιχείρηση (exploitation). Από την άλλη, ο πειραματισμός, η αναζήτηση νέας γνώσης, η καινοτομία και η δημιουργία των δυνατοτήτων που ίσως χρειαστούν στο μέλλον (exploration). Το πρώτο έχει συνήθως πιο άμεσες και προβλέψιμες αποδόσεις. Το δεύτερο απαιτεί κόστος σήμερα, ενώ η ανταμοιβή του είναι μακρινή και αβέβαιη.Εδώ βρίσκεται και η παγίδα του «εύκολου χρήματος». Όσο μια δραστηριότητα συνεχίζει να παράγει κέρδος(;), η εγκατάλειψη ή ο περιορισμός της μοιάζει παράλογος. Μπορεί όμως να απορροφά πόρους από εκεί που θα δημιουργηθεί η επόμενη πηγή αξίας. Μια επιχείρηση μπορεί έτσι να γίνει ολοένα καλύτερη σε αυτό που έκανε χθες, την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω της αλλάζει. Μπορεί, με άλλα λόγια, να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματική σε κάτι που σταδιακά παύει να έχει αξία.Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η σωστή απάντηση είναι πάντοτε να περιμένουμε το δεύτερο marshmallow. Η αγορά μπορεί να μην αναπτυχθεί, η νέα τεχνολογία να αποτύχει, η επένδυση να αποδειχθεί λανθασμένη ή οι ανταγωνιστές να αλλάξουν το παιχνίδι. Και εδώ εμφανίζεται μια ακόμη σημαντική διάσταση: η επιχείρηση δεν αποφασίζει σε κενό. Οι υπόλοιποι παίκτες παίρνουν ταυτόχρονα τις δικές τους αποφάσεις, επενδύουν, περιμένουν, αντιγράφουν, καινοτομούν ή εγκαταλείπουν την αγορά. Το αύριο που προσπαθούμε να προβλέψουμε μεταβάλλεται και από τις ίδιες τις επιλογές των άλλων.Γι’ αυτό η στρατηγική δεν μπορεί να είναι μια τυφλή θυσία του παρόντος στον βωμό ενός υποθετικά καλύτερου μέλλοντος. Μια υγιής επιχείρηση χρειάζεται και τα δύο: να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά αυτό που σήμερα δημιουργεί αξία και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί την εξερεύνηση αυτού που μπορεί να τη δημιουργεί αύριο. Να δοκιμάζει πριν δεσμευτεί, να μετρά πριν επεκταθεί και να επενδύει χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη δυνατότητά της να συνεχίσει να επενδύει.Το πραγματικό δίλημμα λοιπόν δεν είναι «ένα σήμερα ή δύο αύριο». Για να απαντήσουμε χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο θα περιμένουμε, πόσο αξιόπιστη είναι η υπόσχεση, πόσο πιθανό είναι να έρθει η δεύτερη ανταμοιβή, τι θυσιάζουμε μέχρι τότε και τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε με αυτό που έχουμε ήδη στα χέρια μας.Στις επιχειρήσεις, βέβαια, κανείς δεν μας έχει υποσχεθεί ότι αν περιμένουμε αρκετά θα εμφανιστεί το δεύτερο marshmallow. Το μέλλον δεν ανταμείβει αυτομάτως ούτε την υπομονή ούτε το ρίσκο. Ανταμείβει , όταν οι εκτιμήσεις μας αποδειχθούν σωστές ,την ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποια αξία πρέπει να προστατεύσουμε σήμερα και ποια είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για να δημιουργήσουμε περισσότερη αύριο.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω
- 25 Σεπτεμβρίου 2026
- 0 Σχόλια
- ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ
Γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια
Τι μας αποκαλύπτει ο τρόπος που πληρώνουμε και γιατί οι επιχειρήσεις πρέπει να κοιτάξουν βαθύτερα στα δεδομένα τουςΔύο πρόσφατα στοιχεία μοιάζουν, με την πρώτη ματιά, να περιγράφουν δύο διαφορετικές εικόνες της Ελλάδας. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η «Καθημερινή», το 99% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα εξακολουθεί να δέχεται μετρητά, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη. Στην εστίαση η αποδοχή τους φτάνει ουσιαστικά το 100%. Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 70% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στη χώρα πραγματοποιείται με κάρτα. Τελικά, είμαστε μια οικονομία προσκολλημένη στα μετρητά ή μια κοινωνία που έχει περάσει στην ψηφιακή εποχή;Η απάντηση είναι μάλλον: και τα δύο.Οι δύο αριθμοί, βέβαια, δεν είναι άμεσα συγκρίσιμοι. Ο πρώτος μετρά πόσες επιχειρήσεις δέχονται μετρητά, ενώ ο δεύτερος τη συμμετοχή των καρτών μεταξύ των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Πίσω τους όμως κρύβεται μια πραγματική και ενδιαφέρουσα αλλαγή στην οικονομική μας συμπεριφορά.Μια χώρα ανάμεσα σε δύο τρόπους πληρωμήςΤα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βοηθούν να δούμε καθαρότερα την εικόνα. Το 2024, στα φυσικά σημεία πώλησης στην Ελλάδα, το 54% του αριθμού των συναλλαγών πραγματοποιήθηκε με μετρητά και το 37% με κάρτες. Αν όμως εξετάσουμε την αξία των συναλλαγών, η εικόνα αντιστρέφεται: οι κάρτες αντιπροσωπεύουν περίπου το 47% και τα μετρητά το 42%. Με απλά λόγια, τα μετρητά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται πολύ συχνά, ιδιαίτερα στις μικρότερες συναλλαγές, ενώ όσο αυξάνεται το ποσό της αγοράς η κάρτα αποκτά μεγαλύτερη συχνότητα.Τα capital controls, η υποχρεωτική επέκταση των POS, τα φορολογικά κίνητρα για ηλεκτρονικές πληρωμές, η πανδημία, οι ανέπαφες συναλλαγές και τα ψηφιακά πορτοφόλια άλλαξαν μέσα σε περίπου μία δεκαετία συνήθειες πολλών ετών. Το 2025 οι συναλλαγές IRIS μεταξύ ιδιωτών ξεπέρασαν τα 111 εκατομμύρια, αυξημένες κατά περίπου 90% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ οι χρήστες έφτασαν τα 4,3 εκατομμύρια. Η κατεύθυνση είναι σαφής: η πληρωμή γίνεται συνεχώς ευκολότερη, γρηγορότερη και περισσότερο ψηφιακή.Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά.Γιατί εξακολουθούμε να θέλουμε μετρητά;Στην Ευρωζώνη, το 55% των καταναλωτών δηλώνει ότι προτιμά κάρτες ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα στα καταστήματα και μόλις 22% τα μετρητά. Κι όμως, 62% θεωρεί σημαντικό να εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να πληρώνει με μετρητά. Δεν θέλουμε απαραίτητα να πληρώνουμε πάντα με χαρτονομίσματα. Θέλουμε όμως να μπορούμε. Υπάρχουν προφανείς εξηγήσεις: ιδιωτικότητα, αίσθηση ελέγχου, ανεξαρτησία από τεχνολογικά συστήματα.Υπάρχει όμως και μία λιγότερο προφανής.Με τα μετρητά αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ότι ξοδεύουμε.Στα behavioral economics υπάρχει η έννοια του pain of paying: η ψυχολογική δυσφορία που συνδέεται με την πράξη της πληρωμής.Φανταστείτε μια αγορά 50 ευρώ. Στην πρώτη περίπτωση ανοίγουμε το πορτοφόλι, βγάζουμε ένα χαρτονόμισμα και το παραδίδουμε. Στη δεύτερη ακουμπάμε για ένα δευτερόλεπτο το κινητό ή την κάρτα μας στο POS. Οικονομικά συνέβη ακριβώς το ίδιο. Ψυχολογικά, όχι απαραίτητα.Η ψηφιακή πληρωμή μειώνει την «τριβή» μεταξύ της επιθυμίας και της αγοράς. Το χρήμα δεν το βλέπουμε να φεύγει. Όσο η πληρωμή γίνεται ευκολότερη, τόσο μπορεί να μειώνεται η ένταση με την οποία αντιλαμβανόμαστε τη συγκεκριμένη δαπάνη.Ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Journal of Retailing συγκέντρωσε περισσότερα από 40 χρόνια ερευνών, με 71 μελέτες, πάνω από 11.000 συμμετέχοντες και περισσότερες από 338.000 συναλλαγές σε 17 χώρες.Οι ερευνητές εντόπισαν ένα μικρό αλλά στατιστικά σημαντικό φαινόμενο: κατά μέσο όρο, οι καταναλωτές τείνουν να ξοδεύουν περισσότερο όταν χρησιμοποιούν μέσα πληρωμής χωρίς μετρητά.Αυτό δεν σημαίνει ότι «η κάρτα μάς κάνει σπάταλους». Ούτε ότι όποιος πληρώνει με κάρτα θα ξοδέψει περισσότερο. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.Ο τρόπος με τον οποίο πληρώνουμε μπορεί να συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε.Εδώ η συζήτηση αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις. Ας υποθέσουμε ότι ένα εστιατόριο ολοκληρώνει μια τουριστική σεζόν με 20.000 συναλλαγές. Γνωρίζει ότι το 65% πληρώθηκε με κάρτα και το 35% με μετρητά. Χρήσιμη πληροφορία. Αλλά είναι μόνο η αρχή.Ποια ήταν η μέση απόδειξη όσων πλήρωσαν με κάρτα και ποια όσων χρησιμοποίησαν μετρητά; Υπάρχουν διαφορές ανά ώρα ή ημέρα; Οι τουρίστες συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους μόνιμους κατοίκους; Ποια προϊόντα αγοράζονται μαζί; Ποιες κατηγορίες έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους; Πώς αλλάζει το μέσο καλάθι ανά περίοδο της σεζόν;Ακομη και αν διαπιστώσουμε ότι όσοι πληρώνουν με κάρτα έχουν μεγαλύτερη μέση απόδειξη, ούτε τότε τελειώνει η ανάλυση. Γιατί η συσχέτιση δεν αποδεικνύει αιτιότητα. Μπορεί η κάρτα να επηρεάζει τη συμπεριφορά. Μπορεί όμως απλώς οι τουρίστες υψηλότερης δαπάνης, οι μεγαλύτερες παρέες ή όσοι κάνουν ακριβότερες αγορές να χρησιμοποιούν συχνότερα κάρτα.Τα δεδομένα της επιχείρησης πρέπει να την ελέγξουν.Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία που δημιουργεί η ψηφιοποίηση. Κάθε συναλλαγή αφήνει πλέον πίσω της ένα δεδομένο. POS, ERP, ηλεκτρονική τιμολόγηση, τραπεζικοί λογαριασμοί, προγράμματα κρατήσεων και εμπορικές εφαρμογές παράγουν καθημερινά τεράστιο όγκο πληροφοριών.Το πρόβλημα για πολλές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον ότι δεν διαθέτουν δεδομένα. Είναι ότι δεν τα αξιοποιούν.Γνωρίζουν τον συνολικό τζίρο αλλά όχι πάντα ποιο προϊόν δημιουργεί πραγματικά κέρδος. Γνωρίζουν ότι ο Αύγουστος είχε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, αλλά όχι απαραίτητα αν είχε το καλύτερο περιθώριο κέρδους. Γνωρίζουν πόσους πελάτες εξυπηρέτησαν, αλλά όχι ποιοι από αυτούς δημιουργούν τη μεγαλύτερη αξία.Θεωρούν ότι ξέρουν συμβαίνει στην επιχείρησή τους. Το ερώτημα είναι αν συμφωνούν τα δεδομένα. Γιατί δεδομένο, πληροφορία και επιχειρηματική γνώση δεν είναι το ίδιο πράγμα.Τα δεδομένα καταγράφουν τι συνέβη. Η ανάλυση προσπαθεί να εξηγήσει τι σημαίνει ,και η διοίκηση πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια.Τα behavioral economics μάς υπενθυμίζουν ότι πίσω από κάθε συναλλαγή υπάρχει ένας άνθρωπος, με συνήθειες, κίνητρα, προκαταλήψεις και όχι πάντοτε απόλυτα ορθολογικές αποφάσεις. Τα δεδομένα δεν μπορούν από μόνα τους να μας εξηγήσουν γιατί ένας πελάτης συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μπορούν όμως να μας δείξουν ότι συμπεριφέρεται διαφορετικά.Και από εκεί ξεκινά η σωστή ερώτηση.Όχι:«Τι πιστεύω ότι κάνουν οι πελάτες μου;»Αλλά:«Τι μου δείχνουν τα δεδομένα ότι κάνουν;»Γιατί η διαίσθηση είναι πολύτιμη για να δημιουργεί υποθέσεις. Τα δεδομένα, όμως, είναι εκείνα που πρέπει να τις ελέγχουν.Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο μάθημα από την παράξενη σχέση μας με μετρητά και κάρτες να μην αφορά τελικά καθόλου το πορτοφόλι μας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο παίρνουμε αποφάσεις. Για μια σύγχρονη επιχείρηση, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να αποκτήσει περισσότερα δεδομένα. Είναι να μάθει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις σε αυτά.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.
- 18 Σεπτεμβρίου 2026
- 0 Σχόλια