Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα Φαρμακεία
Follow us

Δημοσιογράφος

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

- Με το τουρνουά στη μνήμη των Κωστογλάκη και Τουρτουλή ολοκληρώθηκε η προετοιμασία του Ιπποκράτη που υποδέχεται την Κυριακή στις 17:00 τον Αθηναϊκό.- Δύσκολο όπως πάντα το κομμάτι της προετοιμασίας για τις ομάδες μας χωρίς πολλά φιλικά, ωστόσο νομίζω ότι θα ήταν προτιμότερο να μπορούσε να έρθει μια δυνατή ομάδα στην Κω στο συγκεκριμένο τουρνουά. Ωραία πρωτοβουλία πάντως απ' τον Ιπποκράτη να τιμήσει την μνήμη δικών του ανθρώπων. - Απ' τις πρώτες κιόλας αγωνιστικές «δουλεύει» αυτό με τους ποδοσφαιριστές που έχουν παράπονα γιατί δεν παίζουν και ψάχνουν να κάνουν μεταγραφή.- Είναι δύσκολο να το διαχειριστούν αυτό οι προπονητές και οι διοικήσεις είναι η αλήθεια που έχουν να σκεφτούν και εκατοντάδες άλλα πράγματα παράλληλα.- Πρεμιέρα με αγώνα κορασίδων στον θόλο στο Ζηπάρι ανάμεσα σε Α.Ε Δικαίου και Ιπποκράτη. Όμορφες και ιστορικές στιγμές για τους ανθρώπους τους αθλητισμού στο νησί μας.- Δεν ξέρω βέβαια πως και με ποιον τρόπο αυτά τα γήπεδα θα έχουν ανθρώπους που θα επιμελούνται της καθαριότητας - πέρα απ' τα σωματεία - αφού είναι δύσκολο για τον Δήμο - και γενικά για τον κάθε Δήμο πλέον - να προσλάβει υπαλλήλους.- Νομίζω ότι τα σωματεία πρέπει να βάλουν πλάτη σε αυτό, αφού έτσι και αλλιώς ήδη έχουν κάνει και εκείνες πράγματα σε αυτά τα γήπεδα. Ας βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο είναι μια καλή κίνηση και ένας τρόπος ανάπτυξης των αθλημάτων.- Την Παρασκευή το βράδυ θα γίνει στην Κω η κλήρωση της Β' κατηγορίας του Ομίλου νήσων και παράλληλα του κυπέλλου του βορείου συγκροτήματος. 

  • 02 Οκτωβρίου 2026
  • 0 Σχόλια

ΛΟΓΙΣΤΗΣ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Τι μπορεί να μας μάθει ένα από τα παλαιότερα παράδοξα της οικονομικής επιστήμης για την αξία, τις τιμές και τον τρόπο με τον οποίο αποφασίζει ο καταναλωτής.Αν αύριο εξαφανίζονταν όλα τα διαμάντια από τον πλανήτη, η ζωή μας πιθανότατα θα συνεχιζόταν σχεδόν κανονικά. Αν όμως, εξαφανιζόταν το νερό, δεν θα υπήρχε ζωή. Παρόλα αυτα, ένα λίτρο νερό κοστίζει ελάχιστα, ενώ ένα μικρό διαμάντι μπορεί να κοστίζει χιλιάδες ευρώ. Πώς γίνεται κάτι απολύτως απαραίτητο να είναι τόσο φθηνό και κάτι που μπορούμε εύκολα να ζήσουμε χωρίς αυτό να είναι τόσο ακριβό;Το ερώτημα είναι παλιό. Είναι γνωστό ως «παράδοξο της αξίας» ή «παράδοξο νερού και διαμαντιών» και απασχόλησε τους οικονομολόγους πολύ πριν η οικονομική επιστήμη αποκτήσει τη σημερινή της μορφή. Η απάντησή του, όμως, δεν αφορά μόνο τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Κρύβει μέσα της ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα για κάθε επιχείρηση:άλλο το κόστος ενός προϊόντος, άλλο η τιμή του και άλλο η αξία που αντιλαμβάνεται ο πελάτης.Το πρώτο ποτήρι νερόΑς αφήσουμε για λίγο τα διαμάντια. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που περπατά για ώρες κάτω από τον ήλιο  σε ένα νησί τονΑύγουστο.. Διψάει. Το πρώτο ποτήρι παγωμένο νερό έχει γι’ αυτόν τεράστια αξία. Το δεύτερο εξακολουθεί να είναι πολύτιμο, αλλά λίγο λιγότερο. Το τρίτο ακόμη λιγότερο. Στο πέμπτο πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται πλέον να πιει, ενώ στο δέκατο, αν επιμένουμε να του προσφέρουμε νερό, μάλλον θα μας ζητήσει να σταματήσουμε.Το νερό δεν άλλαξε. Ο άνθρωπος δεν άλλαξε. Αυτό που άλλαξε είναι η αξία που έχει για εκείνον κάθε πρόσθετη μονάδα νερού.Αυτό βρίσκεται στον πυρήνα του νόμου της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Όσο περισσότερο διαθέτουμε ή καταναλώνουμε ένα αγαθό, τόσο μικρότερη τείνει να είναι η πρόσθετη ικανοποίηση που μας προσφέρει η επόμενη μονάδα του.Εδώ ακριβώς αρχίζει να λύνεται το παράδοξο. Το νερό έχει τεράστια συνολική χρησιμότητα. Επειδή όμως, υπό κανονικές συνθήκες, είναι σχετικά άφθονο, η αξία μιας ακόμη μονάδας του είναι μικρή. Τα διαμάντια, αντίθετα, έχουν πολύ μικρότερη πρακτική χρησιμότητα αλλά είναι σπάνια. Η απόκτηση μιας επιπλέον μονάδας τους μπορεί επομένως να έχει πολύ μεγαλύτερη οριακή αξία για εκείνον που τα επιθυμεί.Η αγορά δεν μας ρωτά πόσο σημαντικό είναι συνολικά το νερό για την ανθρωπότητα. Μας ρωτά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε για το επόμενο μπουκάλι.Η αξία λοιπόν δεν βρίσκεται πάνω στο προϊόν. Αυτό έχει μια σημαντική επιχειρηματική συνέπεια. Οι επιχειρήσεις συχνά αντιμετωπίζουν την τιμή σαν να αποτελεί ιδιότητα του προϊόντος.«Μου κοστίζει 70 ευρώ, θέλω περιθώριο 30%, άρα τόσο πρέπει να το πουλήσω».Ο υπολογισμός είναι απαραίτητος για να γνωρίζουμε αν μια δραστηριότητα είναι κερδοφόρα. Δεν μας λέει όμως πόσο αξίζει το προϊόν για τον πελάτη. Ο πελάτης δεν γνωρίζει –και συνήθως δεν ενδιαφέρεται– πόσο κόστισε στην επιχείρηση η παραγωγή του. Συγκρίνει αυτό που πρέπει να δώσει με αυτό που πιστεύει ότι θα πάρει, ωστόσο αυτή η αντιλαμβανόμενη αξία μπορεί να αλλάζει δραματικά.Ένα μπουκάλι νερό έχει μία αξία στο supermarket, διαφορετική στο minibar ενός ξενοδοχείου και εντελώς διαφορετική όταν κάποιος βρίσκεται σε μια παραλία με 38 βαθμούς και το πλησιέστερο κατάστημα απέχει δύο χιλιόμετρα. Το προϊόν παραμένει σχεδόν ίδιο. Η χρησιμότητά του για τον συγκεκριμένο καταναλωτή, τη συγκεκριμένη στιγμή, όχι. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η τιμολόγηση είναι πολύ περισσότερο από έναν λογιστικό υπολογισμό κόστους και περιθωρίου.Θα πλήρωνες 100 ευρώ για κάτι που πωλείται 70;Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να αγοράσουμε ένα προϊόν και πριν δούμε την τιμή του, έχουμε αποφασίσει ότι θα δίναμε μέχρι 100 ευρώ. Μπαίνουμε στο κατάστημα και κοστίζει 70. Το αγοράζουμε. Πληρώσαμε 70 ευρώ, αλλά στα δικά μας μάτια αποκτήσαμε αξία τουλάχιστον 100. Η διαφορά των 30 ευρώ είναι αυτό που στην οικονομική θεωρία ονομάζουμε πλεόνασμα του καταναλωτή.Εδώ η συζήτηση γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για μια επιχείρηση. Γιατί κάθε συναλλαγή αποτελεί, με έναν τρόπο, μια διαπραγμάτευση για το πώς θα μοιραστεί η αξία που δημιουργείται. Αν ο πελάτης ήταν πρόθυμος να πληρώσει 100 και η επιχείρηση χρεώνει 70, ένα σημαντικό μέρος αυτής της αξίας παραμένει στον καταναλωτή. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση πρέπει απλώς να αυξήσει την τιμή στα 99 ευρώ. Αν το κάνει, μπορεί να χάσει πελάτες, όγκο πωλήσεων, επαναλαμβανόμενες αγορές ή να αλλάξει τη θέση της απέναντι στον ανταγωνισμό. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει ένα ερώτημα που πολλές επιχειρήσεις δεν κάνουν αρκετά συχνά:Γνωρίζουμε πραγματικά πόσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει ο πελάτης μας;«Δεν υπάρχει ένας «πελάτης»Εδώ βρίσκεται ακόμη μία παγίδα. Δεν έχουν όλοι οι καταναλωτές την ίδια προθυμία πληρωμής. Ο ίδιος καφές μπορεί να αξίζει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Το ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου μπορεί να φαίνεται ακριβό στα 180 ευρώ για έναν ταξιδιώτη και εξαιρετική ευκαιρία στα 250 για κάποιον άλλον. Ακόμη και ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να αποτιμήσει διαφορετικά το ίδιο προϊόν ανάλογα με τη στιγμή. Ένα διαθέσιμο δωμάτιο στις 11 το βράδυ, όταν η πτήση μας ακυρώθηκε, δεν έχει την ίδια χρησιμότητα με το ίδιο δωμάτιο όταν σχεδιάζουμε τις διακοπές μας έξι μήνες νωρίτερα. Εδώ συναντώνται η μικροοικονομική θεωρία με την πραγματική επιχειρηματική ζωή.Και εδώ αρχίζουν έννοιες όπως η τμηματοποίηση πελατών, η δυναμική τιμολόγηση, τα premium προϊόντα, τα πακέτα υπηρεσιών και η τιμολόγηση βάσει αξίας.Από τη θεωρία στα δεδομέναΤο πρόβλημα είναι ότι η προθυμία πληρωμής δεν εμφανίζεται σε κανένα τιμολόγιο. Ο πελάτης δεν μας λέει συνήθως: «Θα πλήρωνα μέχρι 240 ευρώ, αλλά ευχαριστώ που μου το πουλήσατε 180». Αφήνει όμως ίχνη. Στις αγορές του. Στη συχνότητα με την οποία επιστρέφει. Στο ποια προϊόντα επιλέγει μαζί. Στο αν αγοράζει όταν υπάρχει έκπτωση. Στο αν επιλέγει την ακριβότερη κατηγορία. Στο πότε εγκαταλείπει μια αγορά όταν αλλάζει η τιμή. Στο αν προτιμά ένα bundle από μεμονωμένες υπηρεσίες. Και αυτά τα ίχνη είναι δεδομένα.Για αυτό η ανάλυση δεδομένων δεν είναι απλώς ένας πιο σύγχρονος τρόπος να βλέπουμε τις πωλήσεις μας. Μπορεί να γίνει ένας τρόπος να κατανοήσουμε πώς αντιλαμβάνεται την αξία ο πελάτης μας.Μια επιχείρηση που γνωρίζει μόνο τον συνολικό τζίρο της ξέρει τι πούλησε. Μια επιχείρηση που αναλύει τα δεδομένα της μπορεί να αρχίσει να καταλαβαίνει γιατί το πούλησε, σε ποιον, πότε και σε ποια τιμή. Και αυτή είναι τεράστια διαφορά.Το μάθημα των διαμαντιώνΤο παράδοξο του νερού και των διαμαντιών μοιάζει αρχικά με ένα παίγνιο για φοιτητέες των οικονομικών σχολών. Στην πραγματικότητα μας θυμίζει κάτι πολύ σύγχρονο. Δεν αγοράζουμε προϊόντα ή υπηρεσίες μόνο για αυτό που είναι. Αγοράζουμε τη χρησιμότητα που πιστεύουμε ότι θα μας προσφέρουν, στη συγκεκριμένη στιγμή και στις συγκεκριμένες συνθήκες.Γί´αυτό δύο πανομοιότυπα προϊόντα μπορούν να έχουν διαφορετική αξία για δύο ανθρώπους – ή ακόμη και για τον ίδιο άνθρωπο σε δύο διαφορετικές στιγμές.Για τον επιχειρηματία, επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο: «Πόσο μου κοστίζει αυτό που πουλάω;»Ούτε ακόμη:«Πόσο το πουλάει ο ανταγωνιστής;»Υπάρχει και ένα τρίτο:«Πόση αξία δημιουργώ πραγματικά για τον πελάτη μου και πόσο από αυτήν την αξία μπορώ να μετατρέψω σε έσοδο χωρίς να καταστρέψω τη σχέση που τη δημιούργησε;»Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μάθημα του νερού και των διαμαντιών. Η τιμή είναι ένας αριθμός. Το κόστος είναι ένας υπολογισμός. Η αξία όμως βρίσκεται στο μυαλό του ανθρώπου που καλείται να πληρώσει. Αυτή την αξία πρέπει να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.

  • 01 Οκτωβρίου 2026
  • 0 Σχόλια

ΛΟΓΙΣΤΗΣ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Από το Στοίχημα του Πασκάλ και το MarshmallowTest στη δύσκολη τέχνη τού να θυσιάζεις κάτι βέβαιο σήμερα για κάτι καλύτερο , αλλά αβέβαιο , αύριοΈνα παιδί κάθεται μόνο του σε ένα δωμάτιο, έχοντας μπροστά του ένα marshmallow. Μπορεί να το φάει αμέσως ή να περιμένει και, όταν επιστρέψει ο ερευνητής, να πάρει δύο. Το περίφημο MarshmallowTest των WalterMischel, EbbeEbbesen και AntonetteZeiss (1972) έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πειράματα της ψυχολογίας και πέρασε στη δημόσια συζήτηση ως μια ιστορία για την αυτοπειθαρχία: εκείνος που μπορεί να θυσιάσει μια μικρή ικανοποίηση σήμερα θα ανταμειφθεί περισσότερο αύριο.Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι η συμπεριφορά του παιδιού δεν εξαρτάται μόνο από την ικανότητά του να αντισταθεί στον πειρασμό. Οι Kidd, Palmeri και Aslin (2013) έδειξαν ότι επηρεάζεται σημαντικά από το κατά πόσο το περιβάλλον εμφανίζεται αξιόπιστο: αν το παιδί έχει λόγο να πιστεύει ότι ο ενήλικος θα τηρήσει την υπόσχεσή του, έχει περισσότερο λόγο να περιμένει. Αν όχι, το να φάει αυτό που βρίσκεται ήδη μπροστά του μπορεί να είναι μια απολύτως λογική απόφαση. Αργότερα, οι Watts, Duncan και Quan (2018) έδειξαν επίσης ότι η δημοφιλής σύνδεση του τεστ με τη μελλοντική επιτυχία αποδυναμώνεται σημαντικά όταν ληφθούν υπόψη οικογενειακοί, κοινωνικοοικονομικοί και γνωστικοί παράγοντες.Κάπου εδώ το πείραμα παύει να αφορά μόνο την αυτοπειθαρχία και αρχίζει να μοιάζει εντυπωσιακά με ένα οικονομικό πρόβλημα. Γιατί η αναβολή της ικανοποίησης δεν αποτελεί από μόνη της αρετή. Είναι μια απόφαση με κόστος, χρόνο, προσδοκώμενη ανταμοιβή και αβεβαιότητα. Με άλλα λόγια, είναι μια μικρή επένδυση.Τρεις αιώνες νωρίτερα, ο BlaisePascal είχε προσεγγίσει ένα πολύ διαφορετικό ερώτημα με μια συγγενή λογική. Στο περίφημο Στοίχημα του Πασκάλ, δεν επιχείρησε να αποδείξει μαθηματικά ότι υπάρχει Θεός. Υποστήριξε ότι ο άνθρωπος είναι ούτως ή άλλως αναγκασμένος να «στοιχηματίσει»: είτε θα ζήσει σαν να υπάρχει Θεός είτε σαν να μην υπάρχει, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια εκδοχή είναι αληθινή. Αν όμως η πίστη αποδειχθεί σωστή, το δυνητικό όφελος —κατά τον Πασκάλ, η αιώνια σωτηρία— είναι απεριόριστο, ενώ αν αποδειχθεί λανθασμένη, η απώλεια είναι πεπερασμένη. Επομένως, ακόμη και χωρίς βεβαιότητα και ακόμη κι αν αποδώσουμε μικρή πιθανότητα στην ύπαρξη του Θεού, η τεράστια δυνητική ωφέλεια κάνει την πίστη, στη λογική του στοιχήματος, την ορθολογικότερη επιλογή.Η θεολογική ορθότητα του επιχειρήματος έχει συζητηθεί επί αιώνες και δεν μας απασχολεί εδώ. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η ιδέα που κρύβεται από πίσω: ο άνθρωπος πρέπει συχνά να αποφασίσει πριν μάθει τι πραγματικά θα συμβεί. Δεν μπορεί να περιμένει να εξαφανιστεί η αβεβαιότητα, γιατί ακόμη και η αναμονή είναι απόφαση. Πρέπει επομένως να εξετάσει πιθανότητες, κόστος και δυνητική ωφέλεια και να επιλέξει.Αυτό ακριβώς συμβαίνει καθημερινά και στις επιχειρήσεις.Μια επένδυση σε νέο εξοπλισμό, τεχνολογία, ανθρώπους, έρευνα, ένα καινούργιο προϊόν ή μια νέα αγορά απαιτεί πόρους σήμερα για ένα αποτέλεσμα που θα εμφανιστεί —αν εμφανιστεί— αργότερα. Το κόστος είναι πραγματικό και άμεσο. Το όφελος είναι μελλοντικό και αβέβαιο. Και το πρόβλημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο επειδή τα δύο δεν τα αποτιμούμε με τον ίδιο τρόπο.Στην οικονομική θεωρία αυτό μας οδηγεί στη διαχρονική επιλογή: στο πώς συγκρίνουμε κόστη και οφέλη που εμφανίζονται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Ένα ευρώ σήμερα δεν έχει την ίδια αξία με ένα ευρώ μετά από πέντε χρόνια. Υπάρχει ο χρόνος, ο κίνδυνος και το κόστος ευκαιρίας. Υπάρχει όμως και κάτι λιγότερο ορθολογικό: η ιδιαίτερη αδυναμία μας στο «τώρα».Η συμπεριφορική οικονομική την αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, μέσα από το hyperbolicdiscounting, την υπερβολική προεξόφληση του μέλλοντος. Αν κάποιος κληθεί να επιλέξει μεταξύ 100 ευρώ σήμερα και 120 ευρώ σε έναν χρόνο, μπορεί να προτιμήσει τα 100. Αν όμως η επιλογή γίνει μεταξύ 100 ευρώ σε πέντε χρόνια και 120 ευρώ σε έξι, είναι πιθανότερο να περιμένει. Η χρονική διαφορά παραμένει ακριβώς η ίδια — ένας χρόνος. Εκείνο που εξαφανίστηκε από τη δεύτερη επιλογή είναι η δύναμη του «σήμερα».Στις επιχειρήσεις το σήμερα έχει ισχυρή φωνή. Μπορεί όλοι να συμφωνούν ότι χρειάζονται επενδύσεις, νέες δεξιότητες, τεχνολογία, καινοτομία ή αλλαγή επιχειρηματικού μοντέλου. Όσο όμως αυτά συζητούνται σε μια αίθουσα συσκέψεων, αποτελούν στρατηγική. Όταν έρθει η στιγμή να δαπανηθούν πραγματικά τα χρήματα, να εγκαταλειφθεί μια κερδοφόρα δραστηριότητα ή να αφιερωθούν άνθρωποι και χρόνος σε κάτι που δεν αποδίδει ακόμη, μετατρέπονται σε κόστος. Το σημερινό κέρδος είναι ορατό. Η αυριανή ανταγωνιστικότητα όχι.Γι’ αυτό ίσως οι επιχειρήσεις , δεν επενδύουν λιγότερο από το αναγκαίο,επειδή δεν αντιλαμβάνονται τι έρχεται. Μερικές φορές επενδύουν λιγότερο ή καθόλου, επειδή το παρόν φωνάζει δυνατότερα από το μέλλον.Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν το υπάρχον μοντέλο συνεχίζει να παράγει χρήματα. Γιατί να εγκαταλείψεις κάτι που δουλεύει; Γιατί να θυσιάσεις μέρος της σημερινής κερδοφορίας για να χρηματοδοτήσεις κάτι που μπορεί να αποτύχει;Ο JamesMarch (1991) περιέγραψε αυτή την ένταση μέσα από τη διάκριση μεταξύ exploitation και exploration. Από τη μία βρίσκεται η καλύτερη αξιοποίηση όσων ήδη γνωρίζει και κάνει καλά μια επιχείρηση (exploitation). Από την άλλη, ο πειραματισμός, η αναζήτηση νέας γνώσης, η καινοτομία και η δημιουργία των δυνατοτήτων που ίσως χρειαστούν στο μέλλον (exploration). Το πρώτο έχει συνήθως πιο άμεσες και προβλέψιμες αποδόσεις. Το δεύτερο απαιτεί κόστος σήμερα, ενώ η ανταμοιβή του είναι μακρινή και αβέβαιη.Εδώ βρίσκεται και η παγίδα του «εύκολου χρήματος». Όσο μια δραστηριότητα συνεχίζει να παράγει κέρδος(;), η εγκατάλειψη ή ο περιορισμός της μοιάζει παράλογος. Μπορεί όμως να απορροφά πόρους από εκεί που θα δημιουργηθεί η επόμενη πηγή αξίας. Μια επιχείρηση μπορεί έτσι να γίνει ολοένα καλύτερη σε αυτό που έκανε χθες, την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω της αλλάζει. Μπορεί, με άλλα λόγια, να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματική σε κάτι που σταδιακά παύει να έχει αξία.Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η σωστή απάντηση είναι πάντοτε να περιμένουμε το δεύτερο marshmallow. Η αγορά μπορεί να μην αναπτυχθεί, η νέα τεχνολογία να αποτύχει, η επένδυση να αποδειχθεί λανθασμένη ή οι ανταγωνιστές να αλλάξουν το παιχνίδι. Και εδώ εμφανίζεται μια ακόμη σημαντική διάσταση: η επιχείρηση δεν αποφασίζει σε κενό. Οι υπόλοιποι παίκτες παίρνουν ταυτόχρονα τις δικές τους αποφάσεις, επενδύουν, περιμένουν, αντιγράφουν, καινοτομούν ή εγκαταλείπουν την αγορά. Το αύριο που προσπαθούμε να προβλέψουμε μεταβάλλεται και από τις ίδιες τις επιλογές των άλλων.Γι’ αυτό η στρατηγική δεν μπορεί να είναι μια τυφλή θυσία του παρόντος στον βωμό ενός υποθετικά καλύτερου μέλλοντος. Μια υγιής επιχείρηση χρειάζεται και τα δύο: να εκμεταλλεύεται αποτελεσματικά αυτό που σήμερα δημιουργεί αξία και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί την εξερεύνηση αυτού που μπορεί να τη δημιουργεί αύριο. Να δοκιμάζει πριν δεσμευτεί, να μετρά πριν επεκταθεί και να επενδύει χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ίδια τη δυνατότητά της να συνεχίσει να επενδύει.Το πραγματικό δίλημμα λοιπόν δεν είναι «ένα σήμερα ή δύο αύριο». Για να απαντήσουμε χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσο θα περιμένουμε, πόσο αξιόπιστη είναι η υπόσχεση, πόσο πιθανό είναι να έρθει η δεύτερη ανταμοιβή, τι θυσιάζουμε μέχρι τότε και τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε με αυτό που έχουμε ήδη στα χέρια μας.Στις επιχειρήσεις, βέβαια, κανείς δεν μας έχει υποσχεθεί ότι αν περιμένουμε αρκετά θα εμφανιστεί το δεύτερο marshmallow. Το μέλλον δεν ανταμείβει αυτομάτως ούτε την υπομονή ούτε το ρίσκο. Ανταμείβει , όταν οι εκτιμήσεις μας αποδειχθούν σωστές ,την ικανότητα να ξεχωρίζουμε ποια αξία πρέπει να προστατεύσουμε σήμερα και ποια είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για να δημιουργήσουμε περισσότερη αύριο.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω

  • 25 Σεπτεμβρίου 2026
  • 0 Σχόλια

ΛΟΓΙΣΤΗΣ - ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

Τι μας αποκαλύπτει ο τρόπος που πληρώνουμε και γιατί οι επιχειρήσεις πρέπει να κοιτάξουν βαθύτερα στα δεδομένα τουςΔύο πρόσφατα στοιχεία μοιάζουν, με την πρώτη ματιά, να περιγράφουν δύο διαφορετικές εικόνες της Ελλάδας. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η «Καθημερινή», το 99% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα εξακολουθεί να δέχεται μετρητά, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη. Στην εστίαση η αποδοχή τους φτάνει ουσιαστικά το 100%. Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 70% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στη χώρα πραγματοποιείται με κάρτα. Τελικά, είμαστε μια οικονομία προσκολλημένη στα μετρητά ή μια κοινωνία που έχει περάσει στην ψηφιακή εποχή;Η απάντηση είναι μάλλον: και τα δύο.Οι δύο αριθμοί, βέβαια, δεν είναι άμεσα συγκρίσιμοι. Ο πρώτος μετρά πόσες επιχειρήσεις δέχονται μετρητά, ενώ ο δεύτερος τη συμμετοχή των καρτών μεταξύ των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Πίσω τους όμως κρύβεται μια πραγματική και ενδιαφέρουσα αλλαγή στην οικονομική μας συμπεριφορά.Μια χώρα ανάμεσα σε δύο τρόπους πληρωμήςΤα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βοηθούν να δούμε καθαρότερα την εικόνα. Το 2024, στα φυσικά σημεία πώλησης στην Ελλάδα, το 54% του αριθμού των συναλλαγών πραγματοποιήθηκε με μετρητά και το 37% με κάρτες. Αν όμως εξετάσουμε την αξία των συναλλαγών, η εικόνα αντιστρέφεται: οι κάρτες αντιπροσωπεύουν περίπου το 47% και τα μετρητά το 42%. Με απλά λόγια, τα μετρητά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται πολύ συχνά, ιδιαίτερα στις μικρότερες συναλλαγές, ενώ όσο αυξάνεται το ποσό της αγοράς η κάρτα αποκτά μεγαλύτερη συχνότητα.Τα capital controls, η υποχρεωτική επέκταση των POS, τα φορολογικά κίνητρα για ηλεκτρονικές πληρωμές, η πανδημία, οι ανέπαφες συναλλαγές και τα ψηφιακά πορτοφόλια άλλαξαν μέσα σε περίπου μία δεκαετία συνήθειες πολλών ετών. Το 2025 οι συναλλαγές IRIS μεταξύ ιδιωτών ξεπέρασαν τα 111 εκατομμύρια, αυξημένες κατά περίπου 90% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ οι χρήστες έφτασαν τα 4,3 εκατομμύρια. Η κατεύθυνση είναι σαφής: η πληρωμή γίνεται συνεχώς ευκολότερη, γρηγορότερη και περισσότερο ψηφιακή.Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά.Γιατί εξακολουθούμε να θέλουμε μετρητά;Στην Ευρωζώνη, το 55% των καταναλωτών δηλώνει ότι προτιμά κάρτες ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα στα καταστήματα και μόλις 22% τα μετρητά. Κι όμως, 62% θεωρεί σημαντικό να εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να πληρώνει με μετρητά. Δεν θέλουμε απαραίτητα να πληρώνουμε πάντα με χαρτονομίσματα. Θέλουμε όμως να μπορούμε. Υπάρχουν προφανείς εξηγήσεις: ιδιωτικότητα, αίσθηση ελέγχου, ανεξαρτησία από τεχνολογικά συστήματα.Υπάρχει όμως και μία λιγότερο προφανής.Με τα μετρητά αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ότι ξοδεύουμε.Στα behavioral economics υπάρχει η έννοια του pain of paying: η ψυχολογική δυσφορία που συνδέεται με την πράξη της πληρωμής.Φανταστείτε μια αγορά 50 ευρώ. Στην πρώτη περίπτωση ανοίγουμε το πορτοφόλι, βγάζουμε ένα χαρτονόμισμα και το παραδίδουμε. Στη δεύτερη ακουμπάμε για ένα δευτερόλεπτο το κινητό ή την κάρτα μας στο POS. Οικονομικά συνέβη ακριβώς το ίδιο. Ψυχολογικά, όχι απαραίτητα.Η ψηφιακή πληρωμή μειώνει την «τριβή» μεταξύ της επιθυμίας και της αγοράς. Το χρήμα δεν το βλέπουμε να φεύγει. Όσο η πληρωμή γίνεται ευκολότερη, τόσο μπορεί να μειώνεται η ένταση με την οποία αντιλαμβανόμαστε τη συγκεκριμένη δαπάνη.Ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Journal of Retailing συγκέντρωσε περισσότερα από 40 χρόνια ερευνών, με 71 μελέτες, πάνω από 11.000 συμμετέχοντες και περισσότερες από 338.000 συναλλαγές σε 17 χώρες.Οι ερευνητές εντόπισαν ένα μικρό αλλά στατιστικά σημαντικό φαινόμενο:  κατά μέσο όρο, οι καταναλωτές τείνουν να ξοδεύουν περισσότερο όταν χρησιμοποιούν μέσα πληρωμής χωρίς μετρητά.Αυτό δεν σημαίνει ότι «η κάρτα μάς κάνει σπάταλους». Ούτε ότι όποιος πληρώνει με κάρτα θα ξοδέψει περισσότερο. Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον.Ο τρόπος με τον οποίο πληρώνουμε μπορεί να συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε.Εδώ η συζήτηση αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον για τις επιχειρήσεις. Ας υποθέσουμε ότι ένα εστιατόριο ολοκληρώνει μια τουριστική σεζόν με 20.000 συναλλαγές. Γνωρίζει ότι το 65% πληρώθηκε με κάρτα και το 35% με μετρητά. Χρήσιμη πληροφορία. Αλλά είναι μόνο η αρχή.Ποια ήταν η μέση απόδειξη όσων πλήρωσαν με κάρτα και ποια όσων χρησιμοποίησαν μετρητά; Υπάρχουν διαφορές ανά ώρα ή ημέρα; Οι τουρίστες συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους μόνιμους κατοίκους; Ποια προϊόντα αγοράζονται μαζί; Ποιες κατηγορίες έχουν μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους; Πώς αλλάζει το μέσο καλάθι ανά περίοδο της σεζόν;Ακομη και αν διαπιστώσουμε ότι όσοι πληρώνουν με κάρτα έχουν μεγαλύτερη μέση απόδειξη, ούτε τότε τελειώνει η ανάλυση. Γιατί η συσχέτιση δεν αποδεικνύει αιτιότητα. Μπορεί η κάρτα να επηρεάζει τη συμπεριφορά. Μπορεί όμως απλώς οι τουρίστες υψηλότερης δαπάνης, οι μεγαλύτερες παρέες ή όσοι κάνουν ακριβότερες αγορές να χρησιμοποιούν συχνότερα κάρτα.Τα δεδομένα της επιχείρησης πρέπει να την ελέγξουν.Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευκαιρία που δημιουργεί η ψηφιοποίηση. Κάθε συναλλαγή αφήνει πλέον πίσω της ένα δεδομένο. POS, ERP, ηλεκτρονική τιμολόγηση, τραπεζικοί λογαριασμοί, προγράμματα κρατήσεων και εμπορικές εφαρμογές παράγουν καθημερινά τεράστιο όγκο πληροφοριών.Το πρόβλημα για πολλές επιχειρήσεις δεν είναι πλέον ότι δεν διαθέτουν δεδομένα. Είναι ότι δεν τα αξιοποιούν.Γνωρίζουν τον συνολικό τζίρο αλλά όχι πάντα ποιο προϊόν δημιουργεί πραγματικά κέρδος. Γνωρίζουν ότι ο Αύγουστος είχε τις μεγαλύτερες πωλήσεις, αλλά όχι απαραίτητα αν είχε το καλύτερο περιθώριο κέρδους. Γνωρίζουν πόσους πελάτες εξυπηρέτησαν, αλλά όχι ποιοι από αυτούς δημιουργούν τη μεγαλύτερη αξία.Θεωρούν ότι ξέρουν συμβαίνει στην επιχείρησή τους. Το ερώτημα είναι αν συμφωνούν τα δεδομένα. Γιατί δεδομένο, πληροφορία και επιχειρηματική γνώση δεν είναι το ίδιο πράγμα.Τα δεδομένα καταγράφουν τι συνέβη. Η ανάλυση προσπαθεί να εξηγήσει τι σημαίνει ,και η διοίκηση πρέπει να αποφασίσει τι θα κάνει στη συνέχεια.Τα behavioral economics μάς υπενθυμίζουν ότι πίσω από κάθε συναλλαγή υπάρχει ένας άνθρωπος, με συνήθειες, κίνητρα, προκαταλήψεις και όχι πάντοτε απόλυτα ορθολογικές αποφάσεις. Τα δεδομένα δεν μπορούν από μόνα τους να μας εξηγήσουν γιατί ένας πελάτης συμπεριφέρεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Μπορούν όμως να μας δείξουν ότι συμπεριφέρεται διαφορετικά.Και από εκεί ξεκινά η σωστή ερώτηση.Όχι:«Τι πιστεύω ότι κάνουν οι πελάτες μου;»Αλλά:«Τι μου δείχνουν τα δεδομένα ότι κάνουν;»Γιατί η διαίσθηση είναι πολύτιμη για να δημιουργεί υποθέσεις. Τα δεδομένα, όμως, είναι εκείνα που πρέπει να τις ελέγχουν.Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο μάθημα από την παράξενη σχέση μας με μετρητά και κάρτες να μην αφορά τελικά καθόλου το πορτοφόλι μας. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο παίρνουμε αποφάσεις. Για μια σύγχρονη επιχείρηση, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να αποκτήσει περισσότερα δεδομένα. Είναι να μάθει να κάνει τις σωστές ερωτήσεις σε αυτά.* Το παραπάνω κείμενο εκφράζει προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις του συντάκτη. Για την σύνταξη και διόρθωση του παρόντος, έγινε χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.*Ο Βασίλης Βογιατζής MSc , είναι Λογιστής – Φοροτεχνικός Α’ Τάξης , ιδρυτής της Λογιστικής εταιρείας VoyiatzisGroup , με έδρα την Κω.

  • 18 Σεπτεμβρίου 2026
  • 0 Σχόλια

Δημοσιογράφος

  • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ

- Ώρα πρεμιέρας για τις ομάδες μας στην Α' κατηγορία αφού ξεκινάει το ερχόμενο ΣΚ το πρωτάθλημα. - 14 ομάδες μπαίνουν στην μάχη. Ο πρωταθλητής ανεβαίνει με μπαράζ ανόδου και υποβιβάζονται δύο ομάδες χωρίς να συνδέεται το τι θα γίνει με τις ομάδες μας στην Γ' Εθνική. - Ιστορικό παιχνίδι για τον ΠΑΟΚ Κω που την Κυριακή το βράδυ υποδέχεται την Ρόδο ενώ ο Αντίμαχος την Κυριακή στις 12:00 θα αντιμετωπίσει τους Πάνθηρες. - Η δράση ξεκινάει και στο μπάσκετ με τα ματς υποδομών στα οποία φέτος θα υπάρχει -και σε αυτά- ηλεκτρονικό φύλλο αγώνος. - Τα πρώτα ματς σίγουρα θα είναι αναγνωριστικά για τις περισσότερες ομάδες αφού καμία δεν είναι έτοιμη απόλυτα.- Αρκετοί ποδοσφαιριστές πάντως περιμένουν να δουν αν λογίζονται βασικοί αφού είναι έτοιμοι να κάνουν και άλλη μεταγραφή. - Προβλέπω μάχη ανακοινώσεων ανάμεσα σε δύο σωματεία για το ποιο είναι καλύτερο. Ήδη στα social γίνεται παιχνίδι.- Με βάση τα όσα μαθαίνω προβλέπω άμεσα να γίνει αλλαγή σε έναν προπονητή.  Είναι μακριά απ' την φιλοσοφία της ομάδας.  

  • 18 Σεπτεμβρίου 2026
  • 0 Σχόλια

ΕΞΟΔΟΣ