Η κυβέρνηση οφείλει να ξαναδεί από την αρχή μια ρύθμιση που φαίνεται ωραία στα χαρτιά, αλλά στην πράξη αφήνει δεκάδες χιλιάδες οικογένειες εγκλωβισμένες.
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτεία καλείται να αποδείξει με ποιον είναι. Με τον άνθρωπο που εργάζεται, πληρώνει, κρατά όρθια την οικογένειά του και παλεύει να σώσει το σπίτι του; Ή με τους ισολογισμούς των τραπεζών, τα υπερκέρδη και τη λογική ότι ο πολίτης μπορεί να αντέχει για πάντα; Το ζήτημα των δανείων σε ελβετικό φράγκο είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή.
Χιλιάδες Έλληνες δανειολήπτες πείστηκαν από τις τράπεζες, πριν από 2 δεκαετίες, να πάρουν στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο. Δεν ξύπνησε κανείς ένα πρωί και αποφάσισε να παίξει με τις ισοτιμίες και τις διεθνείς αγορές. Οι τράπεζες το πρότειναν. Το παρουσίασαν ως ασφαλή, σταθερή και συμφέρουσα επιλογή: Χαμηλότερο επιτόκιο, ισχυρό νόμισμα, μικρότερη δόση, καλύτερη προοπτική. Αυτή ήταν τότε η εικόνα που δόθηκε στον κόσμο.
Μόνο που πίσω από την “έξυπνη λύση” υπήρχε ένας τεράστιος συναλλαγματικός κίνδυνος. Και όταν αυτός ο κίνδυνος εμφανίστηκε, δεν τον πλήρωσαν εκείνοι που προώθησαν το προϊόν. Τον πλήρωσαν οι δανειολήπτες και οι οικογένειες τους.
Άνθρωποι που πλήρωναν για 15 και 20 χρόνια, έκαναν θυσίες, ρυθμίσεις, περικοπές και δεν σταμάτησαν να προσπαθούν, βρέθηκαν σήμερα να χρωστούν ξανά, όσο το αρχικό κεφάλαιο ή και περισσότερο. Αυτόδεν είναι κανονική τραπεζική σχέση, είναι οικονομική ομηρία, είναι κλοπή!
Το ερώτημα είναι απλό και αμείλικτο: πόσα πρέπει τελικά να πάρει μια τράπεζα από έναν άνθρωπο; Αν κάποιος πήρε 100.000 ευρώ, πόσα είναι δίκαιο να πληρώσει συνολικά; 150.000, 200.000, 300.000; Πού τελειώνει η εύλογη απόδοση και πού αρχίζει η λεηλασία της ζωής του δανειολήπτη;
Η νέα ρύθμιση της κυβέρνησης επιχειρεί να εμφανιστεί ως λύση. Στα χαρτιά ακούγεται θετική: μετατροπή της οφειλής σε Ευρώμε βελτιωμένη ισοτιμία, και σταθερό επιτόκιο. Προβλέπονται τέσσερις κατηγορίες βελτιωμένης ισοτιμίας που θεωρητικά λειτουργεί σαν κούρεμα, 50%, 30%, 20% και 15%, και σταθερό επιτόκιο από 2,30% έως 2,90%, ανάλογα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Ωραία όλα αυτά στη θεωρία. Μόνο που η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όταν ο δανειολήπτης πάει στην τράπεζα, ζητήσει αριθμούς και δει τη νέα δόση, τη διάρκεια και το συνολικό κόστος μέχρι το τέλος, πολλές φορές ανακαλύπτει ότι η “λύση” δεν λύνει το πρόβλημα. Μπορεί να δίνει κάτι στην ισοτιμία, αλλά να το παίρνει πίσω στο συνολικό κόστος αποπληρωμής.
Γι’ αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά: για τους περισσότερους δανειολήπτες η ρύθμιση δεν είναι σωτηρία. Είναι παγίδα! Και μάλιστα παγίδα φτιαγμένη έτσι ώστε να ξεγελά αν δεν έχεις τις απαραίτητες γνώσεις.
Δεν ζητά κανείς να χαριστούν δάνεια. Εκείνο που ζητείται είναι δικαιοσύνη και κοινή λογική. Όταν ένα τραπεζικό προϊόν προωθήθηκε μαζικά ως ασφαλές και συμφέρον, δεν μπορεί ολόκληρη η ζημία να φορτώνεται αποκλειστικά στον δανειολήπτη. Η ευθύνη πρέπει να μοιραστεί.
Η κυβέρνηση, την οποία προσωπικά στηρίζω σε πολλά μεγάλα ζητήματα, στην οικονομία, στην παιδεία, στην εξωτερική πολιτική, στους εξοπλισμούς και στην ψηφιακή μεταρρύθμιση, εδώ κάνει ένα σοβαρότατο λάθος. Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση να δοθεί λύση. Όμως αυτή η λύση ακουμπά το σύμπτωμα, όχι την ασθένεια.
Η ουσία είναι μία: δεν μπορεί ένας άνθρωπος να πληρώνει είκοσι χρόνια και να βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Δεν μπορεί να έχει καταβάλει τεράστια ποσά και να αντιμετωπίζεται σαν να μην πλήρωσε ποτέ. Δεν μπορεί η πολιτεία να βλέπει μόνο αριθμούς, όταν μπροστά της υπάρχουν άνθρωποι.
Γι’ αυτό η ρύθμιση πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά! Όχι με μπαλώματα και επικοινωνιακές βελτιώσεις. Συθέμελα! Η πρόταση είναι απλή, καθαρή και εφαρμόσιμη: Να μπει ανώτατο πλαφόν συνολικής αποπληρωμής. Κανένας δανειολήπτης να μην πληρώσει συνολικά πάνω από το 150% του αρχικού κεφαλαίου. Αν πήρε 100.000 ευρώ, η συνολική του επιβάρυνση να μην ξεπερνά τις 150.000 ευρώ. Όποιος έχει ήδη πληρώσει αυτό το ποσό, να θεωρείται ότι έχει εξοφλήσει. Δεν ζητάμε να χαριστούν χρήματα. Ζητάμε να σταματήσει η αφαίμαξη.
Σε μια κανονική ευρωπαϊκή τραπεζική πραγματικότητα, ένας πολίτης που δανείζεται 100.000 ευρώ για 15 ή 20 χρόνια, με τα σημερινά ευρωπαϊκά επιτόκια, θα κληθεί συνήθως να επιστρέψει συνολικά περίπου 130.000 έως 145.000 ευρώ. Αυτό είναι ένα λογικό τραπεζικό κέρδος. Όταν όμως κάποιος πληρώνει επί 20 χρόνια και εξακολουθεί να χρωστά σχεδόν όσα δανείστηκε αρχικά, τότε δεν μιλάμε πλέον για δανεισμό. Μιλάμε για οικονομικό εγκλωβισμό.
Εναλλακτικά ή συμπληρωματικά, να υπάρξει γενναίο οριζόντιο κούρεμα. Όχι μικρές εκπτώσεις με τεχνικά κριτήρια που πολλές φορές αδικούν ανθρώπους λόγω μιας λογιστικής εικόνας της περιουσίας τους στο Ε9. Ένα κούρεμα 40% ή 50% στην πραγματική υπολειπόμενη οφειλή, θα ήταν βάση ουσιαστικής συζήτησης.
Και για να μην μιλάμε θεωρητικά, έχω στα χέρια μου συγκεκριμένο παράδειγμα δανειολήπτη, ο οποίος κλήθηκε από την τράπεζα με επίσημα έγγραφα και συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία, προκειμένου να διαπραγματευθεί τη μετατροπή του δανείου του από ελβετικό φράγκο σε ευρώ. Όταν όμως έβαλε κάτω τους αριθμούς, διαπίστωσε κάτι πραγματικά εξοργιστικό: για ένα δάνειο περίπου 300.000 ευρώ που έλαβε πριν από 20-25 χρόνια, έχοντας ήδη καταβάλει πάνω από 200.000 ευρώ σε δόσεις όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθεί να εμφανίζεται να χρωστά περίπου άλλες 300.000 ευρώ,δηλαδή το δάνειο από την αρχή!
Και το χειρότερο! Με τη νέα «ευνοϊκή» ρύθμιση που του προτείνεται, η οφειλή του εκτοξεύεται κοντά στις 500.000 ευρώ(μισό εκατομμύριο)!!! Αν αυτό ονομάζεται ευνοϊκή ρύθμιση για τους δανειολήπτες, τότε μάλλον έχουμε χάσει την έννοια των λέξεων.
Η κυβέρνηση έχει ακόμη χρόνο να διορθώσει το λάθος: να καλέσει τις τράπεζες, να ανοίξει ξανά τον φάκελο «Δάνεια σε Ελβετικό Φράγκο», να εξετάσει πραγματικά παραδείγματα, να μετρήσει τι έχουν ήδη πληρώσει οι άνθρωποι και να θεσπίσει ένα δίκαιο πλαφόν.
Γιατί στο τέλος της ημέρας το ερώτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό και ηθικό: θα σωθούν οι άνθρωποι ή θα προστατευτούν για ακόμη μία φορά τα υπερκέρδη και οι ισολογισμοί των τραπεζών;
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα και σε αυτό πρέπει να δοθεί καθαρή απάντηση!
Γράφει ο Μηνάς Χατζημιχαήλ, Αντ/δρος Ένωσης Ξενοδόχων Κω και μέλους το Δ.Σ. του Ξ.Ε.Ε.