Ραδιόφωνο Live Επικοινωνία Χρήσιμα τηλέφωνα Φαρμακεία
Follow us

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

×

Στα "κάγκελα" οι ξενοδόχοι - Αντιδρούν στον διπλασιασμό του τέλους παρεπιδημούντων που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός

08/11/2026
113 Εμφανίσεις
0 Σχόλια

• Η κυβέρνηση δίνει στους δήμους τη δυνατότητα να ανεβάσουν τον συντελεστή από 0,75% σε 1%, ως πόρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. ΣΕΤΕ και ΠΟΞ ζητούν να μην προχωρήσει η αύξηση και θέτουν ζητήματα φορολογικής ανταγωνιστικότητας, ανταποδοτικότητας και άνισης μεταχείρισης των ξενοδοχείων σε σχέση με τη βραχυχρόνια μίσθωση

Νέο μέτωπο ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον τουριστικό κλάδο άνοιξε η εξαγγελία για αύξηση του τέλους διαμονής παρεπιδημούντων. Ο πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε από το βήμα του συνεδρίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) ότι ο ανώτατος συντελεστής του τέλους, που σήμερα διαμορφώνεται στο 0,75%, θα μπορεί να φτάσει στο 1%. Το μέτρο περιλαμβάνεται στο πακέτο οικονομικής ενίσχυσης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και θα αφορά όσους δήμους επιλέξουν να το εφαρμόσουν.

Σε ποσοστιαίες μονάδες η μεταβολή περιορίζεται σε 0,25 της μονάδας. Η εικόνα όμως αλλάζει όταν μπει στο κάδρο η πρόσφατη διαδρομή του τέλους. Η νέα αύξηση, εφόσον υλοποιηθεί, θα ανεβάσει τον ανώτατο συντελεστή κατά 33,3% σε σχέση με το σημερινό επίπεδο. Και επειδή έως το 2024 το τέλος βρισκόταν στο 0,5%, το αποτέλεσμα θα είναι ο διπλασιασμός του μέσα σε μόλις 2 χρόνια.

Οι αντιδράσεις δεν άργησαν. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) εξέδωσε ανακοίνωση στις 6 Νοεμβρίου 2026, ενώ η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων (ΠΟΞ) απευθύνθηκε με επιστολή στον ίδιο τον πρωθυπουργό. Οι κορυφαίοι θεσμικοί φορείς του τουρισμού εκφράζουν κατηγορηματική αντίθεση και υποστηρίζουν ότι οι τουριστικές επιχειρήσεις καλούνται για ακόμη μια φορά να σηκώσουν πρόσθετα βάρη, παρά τη σημαντική συνεισφορά τους στα δημόσια έσοδα.


Τι ακριβώς εξήγγειλε ο κ. Μητσοτάκης

Στην ομιλία του ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις δυσκολίες που προκαλεί η διεθνής οικονομική και ενεργειακή κρίση, στον πληθωρισμό και στην ανάγκη στήριξης της οικονομίας. Υποστήριξε επίσης ότι η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει τη δυνατότητα να μειώνει φόρους.

Λίγο αργότερα, απαριθμώντας τα μέτρα για την Αυτοδιοίκηση, ο πρωθυπουργός ανέφερε: «Αυξάνουμε το τέλος παρεπιδημούντων από το 0,75% στο 1%, ως πόρου της Αυτοδιοίκησης, γι’ αυτούς οι οποίοι θα επιλέξουν να το κάνουν».

Δεν πρόκειται, επομένως, για αυτόματη και υποχρεωτική εφαρμογή του 1% σε ολόκληρη τη χώρα, αλλά για αύξηση του ανώτατου ορίου μέσα στο οποίο κάθε δήμος θα αποφασίζει μόνος του. Το γεγονός, πάντως, ότι στην ίδια ομιλία συνυπήρξαν αναφορές σε μειώσεις φόρων και η εξαγγελία μιας νέας επιβάρυνσης που συνδέεται με τη διαμονή έχει προκαλέσει αίσθηση στην τουριστική αγορά.

Η συγκυρία στην οποία έρχεται η αύξηση

Όπως καταγράφεται στην τουριστική αγορά, οι μεγάλες διεθνείς αγορές και οι κορυφαίοι οργανωτές ταξιδιών στέλνουν σαφή μηνύματα για την αυξανόμενη ακρίβεια των διακοπών στην Ελλάδα, για το υψηλό κόστος των αεροπορικών μεταφορών και για την ανάγκη συγκράτησης των τιμών.

Οι οργανωτές ταξιδιών πιέζουν για πιο ανταγωνιστικά πακέτα και οι αεροπορικές εταιρείες βλέπουν το κόστος των καυσίμων να εκτινάσσεται. Οι ξενοδόχοι, από την πλευρά τους, προσπαθούν να κρατήσουν τις τιμές σε επίπεδα που θα εξασφαλίσουν τη ζήτηση της επόμενης χρονιάς, την ώρα που πιέζονται από το ενεργειακό κόστος, τις ανατιμήσεις, το αυξημένο κόστος εργασίας και τον ολοένα εντονότερο διεθνή ανταγωνισμό. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζουν ΣΕΤΕ και ΠΟΞ, θέτοντας ευθέως ζήτημα φορολογικής ανταγωνιστικότητας.

Η διαδρομή του τέλους από το 1973 έως σήμερα

Το τέλος παρεπιδημούντων θεσπίστηκε το 1973 για να χρηματοδοτεί ανάγκες καθαριότητας, φωτισμού και έργων που συνδέονται με την τουριστική δραστηριότητα στους δήμους. Ήταν δηλαδή ένα τέλος με σαφή ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού τα έσοδά του επέστρεφαν σε υπηρεσίες που αφορούσαν άμεσα τους προορισμούς και τους επισκέπτες τους.

Το 2009, με τον νόμο 3756, ο συντελεστής μειώθηκε στο 0,5% και παρέμεινε εκεί για 15 χρόνια. Η αλλαγή ήρθε το 2024, όταν με το άρθρο 30 του νόμου 5143/2024 δόθηκε στους δήμους η δυνατότητα να τον ανεβάσουν στο 0,75%. Επρόκειτο για αύξηση της τάξης του 50%, η οποία είχε προκαλέσει ήδη από τότε έντονες αντιδράσεις στην ξενοδοχειακή αγορά.

Οι αλλαγές εκείνης της χρονιάς δεν περιορίστηκαν στο ύψος του συντελεστή. Σύμφωνα με την ΠΟΞ, με τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2024 τα έσοδα από το τέλος μπορούν πλέον να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιασδήποτε δημοτικής δαπάνης. Κατά την Ομοσπονδία, η ρύθμιση αυτή αποσύνδεσε το τέλος από τον αρχικό του σκοπό, με αποτέλεσμα ο ανταποδοτικός του χαρακτήρας να αλλοιωθεί σταδιακά.

Προαιρετικό στα χαρτιά, με ευρεία εφαρμογή στην πράξη

Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως δυνατότητα και όχι ως υποχρέωση. Για την ξενοδοχειακή αγορά, ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί, καθώς η εμπειρία από την προηγούμενη αύξηση δείχνει ότι οι δήμοι δεν άφησαν τη δυνατότητα ανεκμετάλλευτη.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η ΠΟΞ, από έρευνα σε 40 δήμους προέκυψε ότι οι 24 είχαν ήδη αυξήσει το τέλος στο 0,75%, δηλαδή 6 στους 10. Η Ομοσπονδία εκτιμά ότι ανάλογη εξέλιξη θα υπάρξει και με το νέο ανώτατο όριο του 1%, ενώ θέτει παράλληλα ζήτημα διαφάνειας, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει επαρκής ενημέρωση για το ποια έργα χρηματοδοτούνται από τα έσοδα του τέλους.


Οι ενστάσεις του ΣΕΤΕ

Με την ανακοίνωσή του ο ΣΕΤΕ τάσσεται κατά της αύξησης και σημειώνει ότι η πρόσθετη επιβάρυνση της τουριστικής δραστηριότητας δεν δικαιολογείται. Ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην ανάπτυξη των προορισμών, όπως και την ανάγκη στήριξης ιδιαίτερα εκείνων των δήμων που δέχονται αυξημένες πιέσεις από την τουριστική κίνηση.

Η διαφωνία του εντοπίζεται στον τρόπο. Κατά τον ΣΕΤΕ, η χρηματοδότηση της Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να στηρίζεται στη συνεχή αύξηση των βαρών ενός συγκεκριμένου παραγωγικού τομέα και, ειδικότερα, των τουριστικών καταλυμάτων. Πριν από οποιαδήποτε νέα επιβάρυνση, υποστηρίζει, θα πρέπει να προηγηθεί η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων που είναι ήδη διαθέσιμοι.

Ο Σύνδεσμος επικαλείται στοιχεία της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με τα οποία οι εισπράξεις από τον φόρο διαμονής και το διάδοχο Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση αυξήθηκαν από περίπου 134 εκατ. ευρώ το 2019 σε 588 εκατ. ευρώ το 2025, δηλαδή υπερτετραπλασιάστηκαν μέσα σε 6 χρόνια. Με βάση την αύξηση κατά 31% που καταγράφηκε τους πρώτους 5 μήνες του 2026, εκτιμά ότι οι συνολικές εισπράξεις της χρονιάς ενδέχεται να προσεγγίσουν τα 770 εκατ. ευρώ.

Παραπέμπει επίσης σε μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα κατατάσσεται μόλις στην πέμπτη θέση ανάμεσα σε 7 ανταγωνιστικές μεσογειακές χώρες ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα των ξενοδοχείων, εξαιτίας των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων και του μη μισθολογικού κόστους. Ο ΣΕΤΕ ζητά μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα, εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης για τους δήμους και ίσους όρους ανταγωνισμού ανάμεσα στις διαφορετικές μορφές τουριστικής διαμονής.


Η επιστολή της ΠΟΞ προς τον κ. Μητσοτάκη

Πιο αναλυτική είναι η παρέμβαση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων. Η επιστολή, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας κ. Γιάννης Χατζής και ο γενικός γραμματέας κ. Αντώνης Παγώνης, ζητά ρητά να μην προχωρήσει η αύξηση στο 1%.

Οι κ.κ. Χατζής και Παγώνης εκφράζουν την έκπληξη της Ομοσπονδίας για την εξαγγελία και επισημαίνουν ότι μια ακόμη επιβάρυνση φαίνεται να δρομολογείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τους θεσμικούς εκπροσώπους του ξενοδοχειακού κλάδου. Υπενθυμίζουν παράλληλα ότι το τέλος θεσπίστηκε για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της τουριστικής κίνησης και ότι, κατά τους ξενοδόχους, έχει πλέον εξελιχθεί σε γενικό έσοδο των δήμων, χωρίς σαφή σύνδεση με τις ανάγκες των προορισμών.


Ξενοδοχεία απέναντι στη βραχυχρόνια μίσθωση

Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της επιστολής αφορά τη σχέση ανάμεσα στα ξενοδοχεία και τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Σύμφωνα με την ΠΟΞ, η συνολική επιβάρυνση των ξενοδοχείων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τις εισπράξεις από το Τέλος Ανθεκτικότητας να καταγράφουν, όπως σημειώνει, εντυπωσιακή άνοδο.

Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι τα ξενοδοχεία καταβάλλουν περίπου το 92,6% των σχετικών εσόδων, ενώ οι εισπράξεις από τη βραχυχρόνια μίσθωση αντιστοιχούν σε περίπου 8% των ποσών που πληρώνουν τα ξενοδοχεία. Η αναλογία αυτή, κατά την ΠΟΞ, αναδεικνύει ανισότητα στη μεταχείριση των διαφορετικών μορφών τουριστικής διαμονής.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις μικρές και οικογενειακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, για τις οποίες κάθε πρόσθετη επιβάρυνση επί του κύκλου εργασιών περιορίζει τα περιθώρια κερδοφορίας, ανεξάρτητα από την οικονομική τους απόδοση. Ένα τέλος που επιβάλλεται στον τζίρο, με άλλα λόγια, βαραίνει εξίσου τη χρονιά με κέρδη και τη χρονιά με απώλειες.

Η ΠΟΞ επικαλείται και τη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για να δώσει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Σε συγκρίσιμο ξενοδοχείο 4 αστέρων με τιμή δωματίου 150 ευρώ, οι φόροι και το μη μισθολογικό κόστος στην Ελλάδα φτάνουν τα 44,7 ευρώ, έναντι 24,1 ευρώ στην Κύπρο, διαφορά 20,6 ευρώ που, κατά τους ξενοδόχους, αποτυπώνει την απόσταση από βασικούς ανταγωνιστές.

Πηγή: dimokratiki.gr

Η ανωνυμία είναι το καλύτερο κρησφύγετο δειλίας και χυδαιότητας!
Σχόλια 0

Πρόσθεσε ένα σχόλιο

× ExpImage

ΕΞΟΔΟΣ