Ο Δημήτρης εγκατέλειψε πριν από πολλά χρόνια τα πάτρια χώματα. Ξ κοινωνία και η μοιραία καταγωγή του δεν βοήθησαν στην αποκατάστασή του, γι’ αυτό πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς, ανηφορικός και δύσβατος. Μαζί του είχε την βοήθεια του Θεού και την ευχή της μάνας («Ευχή γονέων έπαρε και στα βουνά περπάτει»). Φορούσε ένα πουλόβερ και κρατούσε ένα μπογαλάκι με δύο φορές εσώρουχα.
Πάτησε την φιλόξενη γη γεμάτος απορίες και η συνεννόηση διεξαγόταν με τη γλώσσα των κωφάλαλων.
Μια σταθερή απόφαση, έγινε αλυσίδα στο επόμενο είναι του, 7 μήνες στην μηχανή. Με την ταπεινή του μόρφωση κατόρθωσε να εξοικειωθεί στην γλώσσα του τόπου και σε ένα μικρό χρονικό διάστημα ανέβηκε τη διοίκηση.
Υπάρχει ένας όρος στην υφήλιο: Στα ξένα πρέπει να είσαι τρεις φορές καλύτερος για να πετύχεις τον σκοπό σου. όμως η υποτίμηση και η ζηλοφθονία, είναι στον κόσμο. Πέρασαν πολλά χρόνια στον αγώνα. Η επιθυμία του να επιστρέψει στην πατρίδα λιγόστεψε. Η οικογένεια και οι ρίζες στη νέα πατρίδα, επούλωσαν το όνειρό του. Εφύτεψε δέντρα και αποφέρουν καρπούς.
Όμως ο λούρος με την πρώτη πατρίδα δεν κόπηκε. 83 φορές επισκέφτηκε τη γενέτειρά του και χαίρεται κάθε φορά όταν πατήσει το πόδι του, ασχέτως σε ποια.
Ακολουθούν δύο ποιήματα που διδάχθηκε στην πρώτη σχολική περίοδο στο χωριό του. και τα δύο έχουν σχέση με την ξενιτιά και με την σκλαβιά.
Πατρίδα όνειρο ακριβό
κρυφή χαρά του κόσμου
εσύ μονάχα στέκεσαι
παντοτεινή εμπρός μου
Μεγάλη καθώς σ’ έπλασε
έναν καιρό η μοίρα
μα τώρα είσαι ορφανή
παντέρημη και χήρα
Για ν’ αντικρίσω μια στιγμή
την νέα ομορφάδα
και να φωνάξω κράζοντας
ετούτη ην η Ελλάδα.
Ω παιδιά μου, ορφανά μου,
σκορπισμένα εδώ κι εκεί, διωγμένα,
υβρισμένα απ’ τα έθνη πανοικί!
Συναχθήτε νά ιδήτε
Πως κατάκοιμαι νεκρή
Πως το αίμα τρέχει ρεύμα
Απ’ τις φλέβες μου δυνώς
Ξυπνήστε όλοι τρέξετε τώρα
Κι ήλθε ο δείπνος ο Μυστικός.
Η ιστορία ας γίνει κτήμα στις επόμενες γενεές.
Μ.Π.Χ. ένας ξενιτεμένος