Η περίοδος της σχετικής αποκλιμάκωσης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις φαίνεται πλέον να δοκιμάζεται σοβαρά.
Οι εξελίξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η επανεμφάνιση αυξημένης τουρκικής στρατιωτικής δραστηριότητας, η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, οι συνεχείς αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και η συστηματική επαναφορά αναθεωρητικών θέσεων δημιουργούν ένα περιβάλλον που δεν επιτρέπει ούτε εφησυχασμό ούτε αυταπάτες.
Τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» μπορούν ασφαλώς να αποτελούν χρήσιμο διπλωματικό εργαλείο, όταν υπηρετούν την ειρήνη, τη σταθερότητα και την αποκλιμάκωση.
Δεν μπορούν όμως να μετατρέπονται σε μια κατάσταση όπου η μία πλευρά αυτοπεριορίζεται διαρκώς, ενώ η άλλη διευρύνει σταδιακά το πεδίο των διεκδικήσεών της.
Η ειρήνη δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη συνεχή υποχωρητικότητα.
Ο διάλογος έχει πραγματική αξία μόνο όταν στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό, στο Διεθνές Δίκαιο και στη σαφή επίγνωση ότι υπάρχουν κόκκινες γραμμές τις οποίες κανείς δεν μπορεί να παραβιάζει χωρίς συνέπειες.
Το κρίσιμο ζήτημα του Αιγαίου.
Στον πυρήνα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης βρίσκεται αναπόφευκτα και το ζήτημα της αιγιαλίτιδας ζώνης.
Η Ελλάδα διαθέτει, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια.
Απέναντι σε αυτό εξακολουθεί να υφίσταται το τουρκικό casus belli.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί μια απλή ιστορική λεπτομέρεια.
Αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της στρατηγικής πραγματικότητας στο Αιγαίο, καθώς εδώ και δεκαετίες η απειλή χρήσης βίας λειτουργεί αντικειμενικά ως παράγοντας πίεσης απέναντι στην άσκηση ενός κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας.
Η χώρα μας χρειάζεται επομένως μια σταθερή, μακροχρόνια εθνική στρατηγική, ώστε να μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά της στον χρόνο και με τον τρόπο που η ίδια θα επιλέγει, χωρίς η εθνική πολιτική να καθορίζεται από την απειλή ή την πίεση οποιουδήποτε τρίτου.
Η αποτροπή του 21ου αιώνα.
Η σημαντική ενίσχυση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων τα τελευταία χρόνια αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη.
Όμως ο χαρακτήρας των σύγχρονων συγκρούσεων μεταβάλλεται ταχύτατα.
Τα drones, τα αυτόνομα συστήματα, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοάμυνα, οι αισθητήρες και τα σύγχρονα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία αποτροπής και επιχειρησιακής υπεροχής.
Η Ελλάδα δεν αρκεί να αγοράζει τεχνολογία.
Πρέπει να μπορεί και να την παράγει.
Η μαζική παραγωγή οικονομικών UAV, anti-drone συστημάτων, εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και δικτύων αισθητήρων πρέπει να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα.
Χρειαζόμαστε μια πραγματική Εθνική Στρατηγική Αμυντικής Καινοτομίας που να συνδέει τις Ένοπλες Δυνάμεις με τα Πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα, την ελληνική αμυντική βιομηχανία και τον ιδιωτικό τομέα υψηλής τεχνολογίας.
Η τεχνολογική αυτονομία δεν είναι απλώς οικονομικό ή βιομηχανικό ζήτημα.
Είναι πλέον ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Η εσωτερική ασφάλεια είναι μέρος της εθνικής άμυνας
Οι σύγχρονες αντιπαραθέσεις δεν διεξάγονται μόνο με αεροσκάφη, πλοία και πυραύλους.
Διεξάγονται επίσης με κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, κατασκοπεία, προβοκάτσιες, επιχειρήσεις επιρροής, εργαλειοποίηση κοινωνικών εντάσεων και προσπάθειες δημιουργίας χάους στο εσωτερικό μιας χώρας.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός, η ριζοσπαστικοποίηση και η πιθανότητα ύπαρξης οργανωμένων δικτύων υπό ξένη καθοδήγηση ή επιρροή δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με αφέλεια.
Απαιτούν ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών, αποτελεσματική αστυνόμευση, σοβαρό έλεγχο συνόρων, παρακολούθηση παράνομων δικτύων χρηματοδότησης και πραγματική επιχειρησιακή προετοιμασία.
Σε μια περίοδο υβριδικών απειλών, η ασφάλεια στο εσωτερικό και η άμυνα στα σύνορα αποτελούν δύο πλευρές της ίδιας εθνικής στρατηγικής.
Παλλαϊκή Άμυνα: από τη θεωρία στην πράξη.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να ανοίξει επιτέλους και μια συζήτηση που στη χώρα μας παραμένει επί πολλά χρόνια περισσότερο θεωρητική παρά πραγματική.
Η Παλλαϊκή Άμυνα.
Η εθνική άμυνα δεν μπορεί να θεωρείται αποκλειστικά υπόθεση των επαγγελματιών στρατιωτικών.
Σε μια σοβαρή εθνική κρίση εμπλέκεται αναπόφευκτα ολόκληρος ο κρατικός και κοινωνικός μηχανισμός.
Η Παλλαϊκή Άμυνα δεν σημαίνει στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας.
Σημαίνει οργανωμένη προετοιμασία.
Σημαίνει ένας πολίτης να γνωρίζει ποιος είναι ο ρόλος του σε μια εθνική ή μεγάλης κλίμακας κρίση.
Σημαίνει ενεργοποίηση και πραγματική αξιοποίηση των εφέδρων, εκπαίδευση του πληθυσμού, προστασία κρίσιμων υποδομών, οργανωμένη Πολιτική Προστασία, σχέδια συνέχειας λειτουργίας του κράτους και δυνατότητα υποστήριξης των Ενόπλων Δυνάμεων από την κοινωνία.
Οι Σύνδεσμοι Εφέδρων Αξιωματικών σε ολόκληρη την Ελλάδα μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας εμπειρία, στρατιωτική γνώση, οργανωτική ικανότητα και κουλτούρα ετοιμότητας στις τοπικές κοινωνίες.
Υπάρχει ένα τεράστιο ανθρώπινο κεφάλαιο στη χώρα, το οποίο σήμερα παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο.
Έφεδροι αξιωματικοί, πρώην στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, επιστήμονες, τεχνικοί, γιατροί, μηχανικοί, ειδικοί πληροφορικής, στελέχη Πολιτικής Προστασίας και οργανωμένοι εθελοντές μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενός σύγχρονου εθνικού συστήματος ανθεκτικότητας.
Η Παλλαϊκή Άμυνα πρέπει επομένως να πάψει να αποτελεί ένα κεφάλαιο σε στρατιωτικά εγχειρίδια.
Πρέπει να ενεργοποιηθεί, να οργανωθεί και να υλοποιηθεί.
Μια κοινωνία που γνωρίζει είναι ισχυρότερη.
Η αποτροπή δεν αποτελεί υπόθεση μόνο των Ενόπλων Δυνάμεων.
Αφορά ολόκληρη την κοινωνία.
Ένας πληθυσμός που γνωρίζει πώς να αντιδράσει σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πώς να προστατευθεί από παραπληροφόρηση, πώς να λειτουργήσει σε περίπτωση διακοπής κρίσιμων υποδομών και πώς να υποστηρίξει οργανωμένα τον κρατικό μηχανισμό αποτελεί από μόνος του πολλαπλασιαστή εθνικής ισχύος.
Χρειαζόμαστε επομένως μια νέα εθνική παιδεία ετοιμότητας και ανθεκτικότητας.
Από τα σχολεία έως τις τοπικές κοινωνίες.
Από τους Δήμους μέχρι τους εθελοντικούς φορείς.
Από τους εφέδρους μέχρι τα Πανεπιστήμια και τους επαγγελματικούς φορείς.
Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της σημερινής ελληνικής κοινωνίας μοιάζει να παρακολουθεί όσα συμβαίνουν γύρω μας σαν να αφορούν έναν μακρινό κόσμο.
Η καθημερινότητα, η οικονομία, η ψυχαγωγία και η φυσιολογική ανάγκη των ανθρώπων να ζουν τη ζωή τους δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνούμε ότι βρισκόμαστε σε μια από τις πιο σύνθετες γεωπολιτικά περιοχές του πλανήτη.
Δεν χρειάζεται πανικός.
Χρειάζεται όμως αφύπνιση.
Και κυρίως χρειάζεται η Πολιτεία να ενημερώνει και να προετοιμάζει συστηματικά τον πληθυσμό για κάθε ενδεχόμενο.
Από την παθητική διαχείριση στην ενεργητική αποτροπή
Η Ελλάδα δεν επιδιώκει την ένταση.
Αλλά δεν μπορεί να αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι η «ψύχραιμη πλευρά» με έναν τρόπο που ενδέχεται να εκλαμβάνεται ως δεδομένη ανοχή.
Η ψυχραιμία είναι δύναμη όταν συνοδεύεται από αποφασιστικότητα.
Η ειρήνη είναι ισχυρή όταν στηρίζεται στην αποτροπή.
Και η αποτροπή είναι αξιόπιστη μόνο όταν ο άλλος γνωρίζει ότι υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση πίσω από αυτήν.
Η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που να συνδυάζει:
ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις,
τεχνολογική αυτονομία,
ελληνική αμυντική βιομηχανία,
ενεργητική διπλωματία,
ισχυρές στρατηγικές συμμαχίες,
εσωτερική ασφάλεια,
κυβερνοάμυνα,Πολιτική Προστασία,
ενεργούς εφέδρους,
Παλλαϊκή Άμυνα και έναν ενημερωμένο και αφυπνισμένο πληθυσμό.
Η ειρήνη παραμένει πάντοτε ο στόχος.
Αλλά η Ιστορία διδάσκει ότι την ειρήνη τη διατηρούν ευκολότερα εκείνοι που έχουν προετοιμαστεί σοβαρά για να την υπερασπιστούν.
Τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο είναι ευκταία.
Δεν μπορούν όμως να είναι ήρεμα μόνο επειδή η Ελλάδα αποφεύγει διαρκώς να ταράξει τα νερά.
Η χώρα χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ:
Στρατηγική ψυχραιμία.
Εθνική αυτοπεποίθηση.
Αποτρεπτική ισχύ.
Παλλαϊκή Άμυνα.
Κοινωνία σε εγρήγορση.
Γιατί η εθνική ασφάλεια δεν οικοδομείται την ημέρα που ξεσπά η κρίση.
Οικοδομείται πολλά χρόνια πριν.
Πρόεδρος HELPHELLAS
Πρώην Πρόεδρος Εφέδρων Αξιωματικών 80 ΑΔΤΕΑ